Tο διάβασαν 225 άτομα (225 Views)

«Ο Μάρκος Μπότσαρης: Ένας Ιδανικός Ήρωας» (Μέρος Γ’)

BOTSO1-3ITP01

Διαβάστε εδώ το Α΄Μέρος και εδώ το Β' Μέρος του αφιερώματος στον Μάρκο Μπότσαρη


Ο Νότης Μπότσαρης, επρόκειτο -όπως ήδη προαναφέραμε- γιά τόν αμέσως νεώτερο αδελφό τού Κίτσου Μπότσαρη και θείο τού Μάρκου. Ηταν γεννημένος τό έτος 1757 και -κατά τήν έναρξη τής επαναστάσεως τού 1821 ήταν ήδη 64 ετών, δηλαδή ήταν γηραιότερος κατά δεκατρία (13) χρόνια από τόν Θοδωρή Κολοκοτρώνη, ονομαζόμενο κατ' ευφημισμόν «Γέρο», εφ' όσον εκείνος είχε γεννηθεί τό έτος 1770, κατά τήν επανάσταση τών «Ορλωφικών». Ο Νότης Μπότσαρης είχε βιώσει ως τότε, μιά απίστευτα περιπετειώδη ζωή, από τά συμβάντα τής οποίας αξίζει ειδικά ν' αναφερθούν, η εξαιρετική πολεμική δράση του στούς πολέμους τών Σουλιωτών κατά τού Αλή Πασά (1792-1800), η αιχμαλωσία του από τούς Τουρκαλβανούς στόν «Σέλτσο» τό 1804, ενώ ήταν αναίσθητος και ημιθανής από τούς «σπαθισμούς» πού είχε λάβει μαχόμενος και, εν συνεχεία, η μυθιστορηματική απόδρασή του από Τουρκικό φρούριο-φυλακή στην Μακεδονία, όπου βρέθηκε έγκλειστος.

Ακόμη, καταγράφεται η «θητεία» του ως θαλασσινού «κουρσάρου» στίς νή-σους Σποράδες, μαζί μέ άλλους Ηπειρώτες, Θεσσαλούς και Ρουμελιώτες οπλαρχηγούς, υπό τήν αρχηγία τού θρυλικού Νικοτσάρα και τού παπά-Βλαχάβα, ως και πολλά λοιπά «θρυλούμενα» γι' αυτόν. Όμως, κατά τήν Επανάσταση τού 1821, παρά τήν προχωρημένη ηλικία του, ο «Γέρο-Νότης», όχι μόνο δέν είχε αποσυρθεί «στήν γωνιά του» (όπου «γωνιά» στήν Ηπειρο, αποκαλείται η εστία φωτιάς, δηλαδή τό τζάκι), αλλά συμμετείχε πρωταγωνιστικά στίς επικές μάχες πού περιγράφουμε. Γιά τήν εκτίμηση πού είχαν οι Σουλιώτες στήν μοναδική πολεμική του εμπειρία και τόν νηφάλιο χαρακτήρα του, ο Νότης Μπότσαρης αναγνωρίζονταν ως ο σεβάσμιος «Νέστορας» τών Σουλιωτικών δυνάμεων και, βεβαίως, υπήρξε πολύτιμος «επιτελικός» σύμβουλος τού πολέμαρχου ανηψιού του Μάρκου, στόν οποίο απευθύνεται υπογράφων τήν παραπάνω επιστολή, μέ τήν «τρυφερή» υπόμνηση τής, πρός εκείνον, ιδιαίτερης στοργής του: «Ο πατήρ σου». (η επιστολή δημοσιεύεται στο β' μέρος τους άρθρου εδώ)

Επίσης, ο Νότης Μπότσαρης ήταν πασίγνωστος ως φοβερός «νυκτομάχος» και αυτή η πολεμική φήμη του έμεινε «βαθειά χαραγμένη» στήν μνήμη τών Τουρκαλβανών αντιπάλων του πού τόν «υπέστησαν», ακόμη και σέ δημοτικό τους τραγούδι τό οποίο αρχίζει ως εξής: «Νατ αί ζεζ σί Νώτη», δηλαδή: «Mαύρη είν' η νύχτα σάν τόν Νότη». Δεδομένης και τής μελαμψής μορφής του, «γονιδιακά» χαρακτηριστικής σέ πολλούς Μποτσαραίους, αφού και ο αδελφός του Κίτσος αναφέρεται σέ άλλο δημοτικό τραγούδι ως «…αυτός ο Μαυρομούρης!» και, σέ αντίθεση πρός αυτούς, ο Μάρκος Μπότσαρης περιγράφεται ως ξανθός.

Η ηγετική συμβολή τού Νότη Μπότσαρη, στήν επαναστατική εποποιία τού 1821 ήταν συνεχής σέ όλη τήν διάρκειά της και, εκτός τών άλλων, ορίστηκε «ασυζητητί» ως Γενικός Αρχηγός τής Φρουράς τού Μεσολογγίου κατά τήν τελευταία δραματική πολιορκία του. Ακόμη έχει μείνει θαυμαστή, η προσωπική ,«μέ τά κουμπούρια στά χέρια», ένοπλη διάσωσή του (σέ ηλικία 70 ετών), κατά τήν θρυλική Εξοδο, τόν Απρίλιο 1826, όπου ηγείτο τής μιάς από τίς τρείς φάλαγγες τών «Ελεύθερων Πολιορκημένων».

Κι εδώ οφείλουμε νά καταγράψουμε, ως μνήμονες ιερών προγόνων, ότι κατά τήν ίδια «έξοδο» τού Μεσολογγίου, επίσης διεσώθησαν μαχόμενοι, τόσο ο αναφερόμενος και παραπάνω οπλαρχηγός Γεώργιος Κοσσυβάκης μέ τον, τότε, νεαρό γυιό του Ιωάννη (δίς προπάππο τού γράφοντος), καθώς και ο γενναίος οπλαρχηγός Αναγνώστης Λαβδαριάς, επίσης από τήν Μπότση τού Ραδοβυζίου. (Ιδέτε Δημ. Καρατζένη: «Κατάλογος Αρτινών Αγωνιστών στην Επανάσταση τού 1821», Αθήνα 1969.)

Ο Νότης Μπότσαρης


Κατά τήν συγκεκριμένη χρονική περίοδο πού περιγράφουμε, ο γέρο-Νότης έχει μείνει στό Σούλι ως πολέμαρχος «στό πόδι» τού Μάρκου -ο οποίος, όπως προείπαμε- βρίσκονταν στό εκστρατευτικό Ελληνικό στρατόπεδο τού Κομποτίου- και, όπως αποδεικνύεται από τήν εκπληκτική επιστολή πού παραθέτουμε, «καλά κρατεί».

Ωστόσο, γιά τίς μάχες εκείνων τών ημερών διασώθηκε και μία ακόμη αποκαλυπτική επιστολή-αναφορά τών μαχομένων νυχθημερόν, υπό τόν Νότη Μπότσαρη, Σουλιωτών, όπου περιγράφονται φοβερά συμβάντα τού, τότε, πολέμου αλλά και η καίρια συμβολή σ'αυτά τών γυναικών τού Σουλίου. (Δημητρίου Καρατζένη: «Η Προς Ήπειρον Εκστρατεία το 1822»: Αθήνα 1980):

«Από τινος χρόνου οι άπιστοι φαίνονται φοβούμενοι να πλησιάσουν τά όρη μας, η δέ ποσότης τών φονευθέντων παρ' ημών βαρβάρων εν σχέσει πρός τό ολιγάριθμον τών δυνάμεών μας είναι απίστευτος...

»Αι γυναίκες ημών, αίτινες είναι ωπλισμέναι μόνον διά σφενδόνης, εφόνευσαν αρκετάς εκατοστύας εξ' αυτών. Τό σύνταγμά των εσχάτως ηχμαλώτισε Τούρκους εβδομήκοντα δύο, τούς οποίους, οδηγήσασαι εις Κιάφαν, άπαντας απεκεφάλισαν, χωρίς ούτε έναν εξ αυτών νά δυνηθώμεν ν' αποσπάσωμεν εκ τών χειρών των

»Τά παλληκάρια μας αφ' ετέρου, μέγαν συνέλαβον αριθμόν Τούρκων αλλά και ολμοβόλων και οβίδων μετά τεσσάρων κανονίων εκστρατείας.

»Τοιαύτα είναι τά κυριώτερα συμβεβηκότα τά, από 20 μέχρι 30 Ιουνίου, διατρέξαντα στην Κιάφα τήν 3η Ιουλίου 1822

Όμως, εκείνη η αδιάκοπη πάλη τών Σουλιωτών ως προχωρημένης εμπροσθοφυλακής τών επαναστατικών, Ελληνικών δυνάμεων, διεξάγονταν παράλληλα και εκτός τών ορίων τού Σουλίου, είναι δέ μοναδική σέ ύφος η περιγραφή, από τόν Γάλλο διπλωμάτη και συγγραφέα Πουκεβίλ, τής μάχης γιά τήν κατάληψη τής Αρτας, τόν Νοέμβριο τού έτους 1821. Εκεί, οι πεζοί Σουλιώτες έχοντας απέναντί τους πολυάριθμο Τουρκικό ιππικό, πέρασαν τόν Αραχθο ποταμό μέ επικεφαλής τόν Μάρκο Μπότσαρη, ιππεύοντας ή κρατώντας ο καθένας από τήν ουρά (…) ένα βουβάλι, από τά άφθονα κοπάδια πού έβοσκαν τότε στις όχθες τού ποταμού και επετέθησαν στούς κατάπληκτους Τούρκους ιππείς, τά άλογα τών οποίων αφηνίασαν και τούς παρέσυραν σέ άτακτη φυγή. Iδού η περιγραφή τής πρωτοφανούς «βουβαλοϊππομαχίας» από τήν «Ιστορία τής Αναγεννήσεως τής Ελλάδος», F.Pouqueville, Eκδ. Μάτι, σελ.193:

(Ο Μάρκος) «…διατάσσει παλληκάρια τινά αυτού νά ωθήσωσιν έμπροσθεν αυτών αγέλην βουβάλων, ήν είχεν συναθροίσει επί τούτω και ρίπτεται εντός τού ποταμού, κραυγάσας όπως ακολουθήσωσιν αυτόν.

»Πάντες ρίπτονται εις τά ρείθρα τού Ινάχου (Αράχθου) και τό στράτευμα αυτού, τό δέ κολυμβών τό δέ ανηρτημένον επί τών βουβάλων, εξέρχεται από τήν υψηλήν όχθην τού χωρίου Μαρέτι…». (Παραφθορά τής Τουρκικής λέξεως «Ιμαρέτ».)

»Ωθούντες τούς βουβάλους οι Σουλιώται, οίς έπονται, ανά χείρας τήν σπάθην κραδαίνοντες διασχίζουσι τό εχθρικόν ιππικόν, όπερ ετράπη εις φυγήν εκ τών ωθήσεων τών ζώων εκείνων, άτινα αι πληγαί και ο φοβερός κρότος τών πυροβόλων όλως εξηγρίωσαν…».

Από τήν ίδια μάχη περιγράφεται τό εκπληκτικό προσωπικό κατόρθωμα τού φημισμένου Αθανασίου -«Τούσα»- Δημ. Μπότσαρη (πρωτοξάδελφου τού Μάρκου), ο οποίος εισέβαλε ολομόναχος σέ ένα «πυργόσπιτο» όπου ήσαν οχυρωμένοι πολυάριθμοι Τουρκαλβανοί, οι οποίοι στήν «θέα του» και στό άκουσμα τής εισβολής του, «πηδούσαν» απ' τά παράθυρα γιά νά μήν τόν αντιμετωπίσουν.

Τήν επομένη ημέρα, οι Αλβανοί αρχηγοί έστειλαν αγγελιοφόρο στόν Μάρκο και ζήτησαν -«μπέσα γιά μπέσα»- νά τούς επισκεφθεί ο Τούσας στό στρατόπεδό τους γιατί ήθελαν νά τόν γνωρίσουν από κοντά. Θαρραλέα εκείνος τούς επισκέφθηκε και εκείνοι, θαυμάζοντας τό λεβέντικο παράστημά του, τόν γέμισαν πολύτιμα δώρα, προσφορά στήν παλληκαριά του.

Όλοι οι Ελληνες γονείς, πρέπει νά επισκεφθούν μέ τά παιδιά τους τό Ιστορικό Μουσείο τών Αθηνών, πού βρίσκεται στήν οδό Σταδίου, όπισθεν τού «εφίππου» αδριάντα τού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Μεταξύ τών πολύτιμων ιστορικών εκθεμάτων, άς αναζητήσουν και τό αυθεντικό πορτραίτο τού «κοιλάρφανου» Τούσα Μπότσαρη (ο οποίος ορφάνεψε ενώ κυοφορούνταν, διότι ο πατέρας του δολοφονήθηκε τότε) και θά θαυμάσουν τό αρχαιοΕλληνικό κάλλος τής μορφής εκείνου τού αρειμάνιου Σουλιώτη.

Εκείνος ο φοβερός πολεμιστής, έπεσε, εν τέλει, ηρωϊκά μαχόμενος στήν πολύνεκρη μάχη τού Φαλήρου, τον Απρίλιο 1827, σέ ηλικία μόλις 30 ετών και ενταφιάστηκε πλάϊ στόν αδικοσκοτωμένο, από τήν προηγούμενη ημέρα, αρχιστράτηγο Γεώργιο Καραϊσκάκη.

Αλλά, βεβαίως, κατά το έτος 1821, οι μάχες τών Σουλιωτών ήσαν καθημερινές και δόθηκαν σέ κάθε καίριο και σημαντικό σημείο γύρω από τό Σουλιώτικο οροπέδιο, τό «ζωσμένο» ασφυκτικά από μεγάλες Τουρκαλβανικές δυνάμεις πού μάταια προσπαθούσαν νά κάμψουν τήν αντοχή και τήν μαχητικότητα τών Σουλιωτών, οι οποίοι, όπως πολλαπλώς μαρτυρείται, ρίχνονταν στίς μάχες τραγουδώντας τόν πολεμικό θούριο τού εθνεγέρτη Ρήγα Φεραίου.

«Ως πότεν παλληκάρια, θα ζούμε στα στενά,

μονάχοι σάν λιοντάρια, σταίς ράχαις, στα βουνά.

……………………………………………..

Καλλίτερα μιάς ώρας, ελεύθερη ζωή,

παρά σαράντα χρόνια, σκλαβιά και φυλακή…»

Αθανασίος -«Τούσας»- Δημ. Μπότσαρης


Τόν Μάρκο οι Σουλιώτες ακολουθούσαν «τυφλά» και -ίσως γιά πρώτη και μοναδική φορά- δέν υπήρξε αμφισβήτηση τής γενικής αρχηγίας του από τίς άλλες «φάρες», αφού και οι πολυαριθμότεροι Τζαβελαίοι, μετά τόν δεκατισμό τών Μποτσαραίων στόν «Σέλτσο», δέν προέβαλλαν αξιώσεις ηγεσίας πρό τού Μάρκου.

Τήν εποχή εκείνη, οι Σουλιώτες αποτελούσαν ακόμη, τουλάχιστον μέχρι τά τέλη τού έτους 1821, τόν μόνο εμπειροπόλεμο και οργανωμένο «πυρήνα» τών Ελληνικών στρατευμάτων τής Επαναστάσεως (στήν Πελοπόννησο τόν ρόλο αυτόν είχαν οι αρειμάνιοι Μανιάτες και οι Ηπειρωτικής καταγωγής «Ντρέδες» τής επαρχίας Δωρίου), αναλαμβάνοντας τίς πλέον επικίνδυνες αποστολές και «διδάσκοντας» τήν πολεμική τέχνη στούς ενθουσιώδεις μέν, πλήν άπειρους σ' αυτήν Ελληνες εθελοντές, οι οποίοι προσέτρεχαν στόν άνισο αγώνα από όλα τά υπόδουλα μέρη τής Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά και από τά Ευρωπαϊκά κράτη, όπου εργάζονταν ή σπούδαζαν.

Σ' εκείνους τούς κρίσιμους γιά τήν Επανάσταση καιρούς, τόσο κατά τήν διάρκεια τής πολιορκίας τού Αλή Πασά μέχρι τήν αποχώρησή τους από τό Σούλι (Δεκέμβριος 1820-Σεπτέμβριος 1822) και από τον Οκτώβριο 1822 μέχρι τόν ένδοξο θάνατό του (τόν μήνα Αύγουστο 1823), η ηγετική παρουσία και η συμβολή τού Μάρκου Μπότσαρη στήν πορεία και την επιβίωση τής Επαναστάσεως, υπήρξε καταλυτική και ανεκτίμητη.

Και εδώ πρέπει νά επισημανθεί ότι, ήταν η πολεμική φήμη τού Μάρκου πού από μόνη της απέτρεψε τήν κατάληψη τού Μεσολογγίου κατά την πρώτη πολιορκία του (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1822). Πράγματι, τότε η ηρωϊκή πόλη, η μεγαλύτερη στήν Δυτική Ελλάδα, μέ πέντε χιλιάδες, περίπου, μόνιμους κατοίκους, αλλά και πολλούς πρόσφυγες, ήταν ουσιαστικά ανοχύρωτη και στρατιωτικά ανυπεράσπιστη. Η πρόωρη κατάληψή της, θά «σηματοδοτούσε» τήν εδραίωση τών Τούρκων στήν Δυτική Ελλάδα, τόν στεργιανό και θαλάσσιο αποκλεισμό τού Πατραϊκού-Κορινθιακού κόλπου και τήν ευχερή διακίνηση στρατιωτικών Τουρκαλβανικών δυνάμεων πρός τόν μαχόμενο Μωριά, μέ πασίδηλες καταστροφικές συνέπειες γιά τήν Ελληνική Επανάσταση, η οποία μόλις είχε αρχίσει νά «στεριώνει».

Ενώ, λοιπόν, ανήσυχοι οι κάτοικοι τού Μεσολογγίου πληροφορούνταν τήν προσέγγιση σημαντικών Σουλτανικών δυνάμεων από τήν πλευρά τού Αγρινίου και έστελναν εναγώνιες επιστολές στούς «γύρωθεν» οπλαρχηγούς νά σπεύσουν γιά βοήθεια, μέσα στό Μεσολόγγι δέν υπήρχαν παρά ολιγάριθμοι ένοπλοι, περίπου 300-350 άνδρες, υπό τούς Μεσολογγίτες οπλαρχηγούς Θανάση και Γιάννη Ραζηκότσικα, αλλά και χιλιάδες άοπλοι μέ τά γυναικόπαιδα. Οταν δε, τό αναμενόμενο εχθρικό στράτευμα, δηλαδή 7.000 εμπειροπόλεμοι Αλβανοί μισθοφόροι υπό τόν ικανότατο Πασά Ομέρ-Βρυώνη και ακόμη 3.000 Τούρκοι υπό τόν «Κιουταχή» Ρεσίτ-Πασά, πού διέθεταν και πυροβόλα, στρατοπέδευσαν ανενόχλητοι στόν κάμπο τού Μεσολογγίου, τήν 25η Οκτωβρίου 1822, η κατάληψή του φαινόταν βεβαία. Προφανώς, επρόκειτο γιά το ίδιο στράτευμα πού είχε επιτεθεί «πάση δυνάμει» στο Σουλιωτικό οροπέδιο, αλλά «είχε φάει τά μούτρα του», όπως περιγράφεται στις παραπάνω επιστολές των Σουλιωτών. Αλλά εκεί τους αντιμετώπισαν οι εμπειροπόλεμοι Σουλιώτες, ενώ στο Μεσολόγγι, η φρουρά δεν είχε ανάλογες εμπειρίες ικανότητες.

Εκείνες τίς δύσκολες ώρες, διασπώντας τήν εχθρική πλαγιοφυλακή στό Κεφαλόβρυσο τού Αιτωλικού, έφθασε στό Μεσολόγγι, ως «από μηχανής Θεός» ο Μάρκος Μπότσαρης και η είδηση τού ερχομού του, πέρα από τήν ελπίδα πού έφερε στούς πολιορκημένους Ελληνες, προκάλεσε έντονο προβληματισμό στήν ηγεσία τών Τουρκαλβανών και ανέστειλλε τήν επικείμενη άμεση επίθεσή τους. Αντιλαμβανόμενος ο Μάρκος τήν απελπιστική θέση τών Ελλήνων, άρχισε αμέσως παρελκυστικές διπλωματικές επαφές και συνομιλίες μέ τούς γνώριμούς του, από τήν προηγηθείσα συμμαχία, Τουρκαλβανούς ηγέτες, ενώ παράλληλα κήρυξε «πανστρατιά εργασίας» τών Μεσολογγιτών, προκειμένου νά ολοκληρωθεί τό πρόχειρο χωμάτινο τείχος και τό προστατευτικό χαντάκι του. Αυτό ήταν όλο κι όλο το «κάστρο» τού Μεσολογγίου σ' εκείνη τήν αποφασιστική, γιά τήν εξέλιξη τής Επαναστάσεως, πολιορκία του.

Ανήξεροι οι Τουρκαλβανοί πασάδες γιά τίς πραγματικές στρατιωτικές δυνάμεις τών εγκλείστων Ελλήνων τού Μεσολογγίου, αλλά γνωρίζοντας καλά τήν πολεμική αξία τού ηγέτη πού θά αντιμετώπιζαν, παρασύρθηκαν από τόν Μάρκο σέ πολυήμερες «μυστικές» διαπραγματεύσεις, ελπίζοντας σέ μιά συμφωνημένη παράδοση τής πόλεως, ώστε ν' αποφύγουν τίς σημαντικές απώλειες πού διέβλεπαν ότι θά είχαν σέ περίπτωση καταλήψεώς της «εξ εφόδου», μέ τούς φοβερούς Σουλιώτες απέναντί τους. Κατεπλάγησαν όμως δυσάρεστα, μερικές ημέρες αργότερα, όταν ο Μάρκος Μπότσαρης, διαπιστώνοντας ότι τά οχυρωματικά έργα ήσαν ήδη αξιόμαχα και επί πλέον, είχαν καταφθάσει σημαντικές ενισχύσεις, διέκοψε τίς διαπραγματεύσεις και προκάλεσε τούς Τούρκους: «νά έρθουν να λάβουν τά κλειδιά τής πόλεως τού Μεσολογγίου, πού τά 'χε κρεμασμένα στίς κάννες τών Σουλιώτικων καρυ-οφυλλιών!»

Πράγματι, στίς 10 και 11 Νοεμβρίου 1822, επτά Υδραίικα και τέσσερα Σπετσιώτικα πλοία, μέ στόλαρχο τόν Υδραίο Γιακουμή Τομπάζη, είχαν διασπάσει τον, από θαλάσσης, Τουρκικό αποκλεισμό και αποβίβασαν στό Μεσολόγγι 1.500 Πελοποννήσιους επαναστάτες, μέ συνέπεια η φρουρά τής πόλεως νά είναι πλέον ικανή ν' αντιπαρατεθεί στίς Τουρκαλβανικές επιθέσεις. Βεβαίως, είχαν προηγηθεί μέ τούς άνδρες τους και αρκετοί τοπικοί οπλαρχηγοί, σημαντικότερος τών οποίων αναδείχθηκε ο Δημήτριος Μακρής, ο επιλεγόμενος «πετρίτης τού Ζυγού», από τίς εξαιρετικές μορφές τού επαναστατικού αγώνα τού 1821, αλλά και μέ έντονη προεπαναστατική, απροσκύνητη, δράση, ήδη από τήν εποχή τού θρυλικού Κατσαντώνη. Οι διαδοχικές επιθέσεις πού εξαπέλυσαν τότε οι εξοργισμένοι Τουρκαλβανοί, αποκρούσθηκαν, μέ τεράστιες απώλειές τους, από τά φονικά Ελληνικά πυρά. Οταν δέ συνετρίβη και η δόλια, σχεδιασμένη γιά τήν νύχτα τών Χριστουγέννων τού 1822, γενική επίθεσή τους, επακολούθησε η εσπευσμένη διάλυση τού στρατοπέδου τους, η έντρομη φυγή τους και, εν τέλει, η εκατόμβη τους στά θολά νερά τού «κατεβασμένου» Αχελώου ποταμού.

Είναι γνωστό ότι, ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός, στόν «Υμνο εις τήν Ελευθερία» αποθανάτισε (στις στροφές 88-117), εκείνες τίς συνταρακτικές στιγμές μέ συγκλονιστικό ποιητικό λόγο, όμως και το, λιγότερο γνωστό σήμερα, δημοτικό μας τραγούδι διέσωσε τά γεγονότα μέ λιτή ενάργεια και πιστότητα:

«Ο Bάλτος επροσκύνησε και όλο τό Ξηρομέρος,

τό Μεσολόγγι τό μικρό, αυτό δέν προσκυνάει,

γιατί 'ναι ο Μάρκο Μπότσαρης,

μέ τά Σουλιωτοπαίδια…»

Πολύ αργότερα πληροφορήθηκαν οι, μετά βίας διασωθέντες τότε Τουρκαλβανοί, ότι εκείνα τά φοβερά Σουλιωτοπαίδια, πού είχε υπό τίς διαταγές του ο δαιμόνιος Μάρκος και «σκιάχτηκαν» νά τούς επιτεθούν ήσαν, όλα κι όλα, τριάνταπέντε!

Εκτοτε, η μορφή τού Μάρκου Μπότσαρη κυριαρχεί στίς στρατιωτικές επιχειρήσεις τών επαναστατημένων Ελλήνων και η φήμη του ως ηγήτορα και ιδιαίτερης, σέ χαρακτήρα και συμπεριφορά, ανθρώπινης προσωπικότητος, αποκτά ευρύτερες έως και διεθνείς διαστάσεις. Ολοι θέλουν νά τόν γνωρίσουν από κοντά και έρχονται από πολύ μακρινά μέρη γι' αυτό.

Η Έξοδος του Μεσολογγίου


Ευρωπαίοι στρατιωτικοί και άνθρωποι τού πνεύματος τόν επισκέπτονται και έκθαμβοι διαλαλούν και γράφουν μέ ενθουσιασμό γιά τήν σπάνια προσωπικότητα και τήν ασίγαστη πολεμική δράση του. Είναι γνωστό ότι, ο Μάρκος, παρά τήν ηλικία του (άν σκεφτούμε πώς όταν σκοτώθηκε τόν Αύγουστο 1823, ήταν μόνον 33 ετών), είχε νηφαλιότητα σκέψης και τήν θυμοσοφία ανδρών ώριμης ηλικίας. Εχει καταγραφεί σημαντικός αριθμός αποφθεγμάτων του σχετικών μέ σημαντικά θέματα, όπως λ.χ. τής εννοίας και τής σημασίας τού πολέμου, τών πολεμικών τακτικών, τής ανδρείας, τής φιλοτιμίας και τής ανιδιοτέλειας, τής πολιτικής, τής διπλωματίας, τών αξιών τής ζωής και άλλων πολλών.

Ο Αθανάσιος Ψαλίδας, από τούς σημαντικούς λογίους τής εποχής και ενθουσιώδης υμνητής τής Επαναστάσεως τού 1821, σέ επιστολή του από τήν Κέρκυρα πρός τόν Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, μέ ημερομηνία τήν 18.01.1824, έγραφε γιά τόν Μάρκο:

«Τήν δόξαν τού Μάρκου Μπότσαρη, τού ήρωος, όπου όχι μόνον έγινε ξακουστός εις όλην τήν Ευρώπην, αλλά και όλαι αι αρχόντισσες τής Αγγλίας και τής Φράντζας (Γαλλίας), τόν φορούν κρεμασμένον μέ χρυσήν άλυσσο στά στήθη τους ως εγκόλπιον, όπού κανένας στρατηγός ακόμη δέν τό αξιώθηκε και οι σοφοί Γάλλοι και Αγγλοι ραψωδούν…» (Β. Κραψίτη, «Σουλιωτικά Ανάλεκτα», Εκδ.1971).

Διάσημοι ζωγράφοι, όπως ο Εugene Delacroix, ο Marsiglio, o Deveria, o De-reuville, αποθανατίζουν τήν μορφή τού Μάρκου σέ πασίγνωστα, ακόμη και σήμερα, έργα τους. Mεγάλοι γλύπτες όπως ο David d' Angers εμπνέονται από αυτόν και οι φιλέλ-ληνες Γάλλοι τόν τιμούν δίνοντας τό όνομά του σέ μεγάλη οδό τών Παρισίων, τήν «Rue Botzaris». Η ονομασία της διατηρείται μέχρι σήμερα και είναι η μόνη οδός στό Παρίσι πού είναι αφιερωμένη σέ Ελληνα τών νεωτέρων χρόνων, να καταλήγει δέ στό πάρκο «Buttes Chaumont». Πλησίον της βρίσκεται ο σταθμός «Botzaris» τού μητροπολιτικού σιδηροδρόμου, τό μεγάλο εμπορικό κέντρο «Gallerie Botzaris», τό ταχυδρομείο «Post Botzaris» καθώς και τό μέγαρο τού τηλεφωνικού κέντρου «Βοtzaris», τής περιφε-ρείας αυτής τών Παρισίων, ενώ υπάρχει οδός με το όνομά του και στην Γαλλογερμανική πόλη τού Στρασβούργου.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ, Γάλλος συγγραφέας παγκόσμιας αξίας και σημασίας, χαρακτήρισε τόν Μάρκο, ως τόν «Λεωνίδα τής νεώτερης Ελλάδος» και τόν αναφέρει σέ ιδιαίτερο κεφάλαιο τού κορυφαίου έργου του, τών πασίγνωστων «Αθλίων», ενώ, όπως αναφέρει ο βιογράφος του, Καθηγητής Roger Milliex:

«Υπάρχει στόν Ουγκώ ένας ολόκληρος κύκλος συγγραφών γιά τόν Μπότσαρη, συνεχής και αδιάσπαστος, από τό 1852 μέχρι τό 1870

»Γι' αυτόν, οι τέσσερις κορυφαίοι παγκόσμιοι ήρωες τών νεωτέρων χρόνων υπήρξαν: o Σιμόν Μπολιβάρ, ο Γεώργιος Ουάσιγκτων, ο Θαδαίος Κοσούσκο και ο Μάρκος Μπότσαρης…». Διευκρινίζουμε ότι, οι τρείς πρώτοι είναι οι, αντιστοίχως, εθνικοί ήρωες τών χωρών τής Νοτίου Αμερικής, τών Ηνωμένων Πολιτειών και τής Πολωνίας.

Ιστορείται ακόμη ότι, ο περίφημος Λόρδος Βύρων, ο διάσημος Αγγλος ποιητής και διανοούμενος, επεδίωξε και καθιέρωσε αλληλογραφία του μέ τόν Μάρκο Μπότσαρη. Προφανέστατα, εξ' αιτίας αυτής τής εγκάρδιας επικοινωνίας τους, πείστηκε νά έλθει ένθερμος αρωγός στήν επαναστατημένη Ελλάδα, όπου επίσημα τόν προσκάλεσε ο Μάρκος, διαβλέποντας τά πολλαπλά οφέλη από τήν συμβολή στήν Επανάσταση, μιάς τέτοιας διεθνούς προσωπικότητος.

Είναι μάλιστα γνωστό ότι, η τελευταία επιστολή τού Μάρκου, πρίν από τόν ηρωϊκό θάνατό του (κατά τήν 9η άλλως, σύμφωνα μέ τό «Ιουλιανό» ημερολόγιο, τήν 23η Αυγούστου 1823, στό Κεφαλόβρυσο τού Καρπενησίου), απευθύνονταν ακριβώς στόν Λόρδο Βύρωνα και, μεταξύ άλλων, τόν ενημερώνει γιά τήν πολεμική επιχείρηση πού προετοίμαζε. Η επιστολή του εκείνη, τής 8ης Αυγούστου 1823, έχει ως εξής:

«…Τό γράμμα σας, με ενέπλησε χαράς. Η εξοχότης σας είναι ακριβώς ο ανθρωπος πού μάς εχρειάζετο. Κανέν εμπόδιον άς μή σταματήση τόν ερχομόν σας εις τό μέρος τούτο τής Ελλάδος.

»Πολυάριθμος στρατός μάς απειλεί, αλλά μέ τήν βοήθειαν τού θεού και τής εξο-χότητός σας θά εύρη εδώ τήν πρέπουσαν αντίστασιν.

»Απόψε σκοπεύω κάτι νά επιχειρήσω εναντίον ενός σώματος Αλβανών εξ έξη έως επτά χιλιάδων, στρατοπεδευμένων σιμά εις αυτό τό μέρος. Μεθαύριο θά αναχωρήσω μαζί μέ μερικούς εκλεκτούς άνδρας μου διά νά έλθω πρός απάντησιν τής Εξοχότητός σας.

»Μή βραδύνετε πολύ νά έλθετε. Σάς ευχαριστώ διά τήν αγαθήν γνώμην, τήν οποίαν έχετε διά τούς συμπατριώτας μου και ελπίζω ότι δέν θά τήν εύρετε αδικαιολόγητον

»Σάς ευχαριστώ και πάλιν διά τήν φροντίδα οπού ελάβατε τόσον γενναίως υπέρ αυτών.

Μάρκο Μπότζαρης».

Ατυχώς, ο Λόρδος Βύρων έφθασε στό Μεσολόγγι μόλις τήν 5η Ιανουαρίου 1824 και, αφού έγινε δεκτός μέ ακράτητο ενθουσιασμό από τήν πολιτική ηγεσία, τούς οπλαρχηγούς, τους πολεμιστές και τόν λαό τού Μεσολογγίου, κατευθύνθηκε στό μνήμα τού Μάρκου Μπότσαρη όπου, ντυμένος μέ Σουλιώτικη φορεσιά, δακρυσμένος ορκίστηκε στήν μνήμη τού Μάρκου ν' αγωνιστεί μέχρι θανάτου γιά τήν ελευθερία τής Ελλάδος. Τόν όρκο του εκείνον, ο Λόρδος Βύρων τόν τήρησε, εφ' όσον άφησε τήν τελευταία του πνοή στό Μεσολόγγι, δημιουργώντας και οιστρηλατώντας μέ τόν «ρομαντικό» θάνατό του χιλιάδες Ευρωπαίους φιλέλληνες, υπέρ τού επαναστατικού αγώνος τών Ελλήνων.

Ο όρκος του λόρδου Βύρωνα στον τάφο του Μάρκου Μπότσαρη στο Μεσολόγγι


Ο Εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός ύμνησε επαξίως τούς Σουλιώτες και αυτούς καλεί πρώτους νά θρηνήσουν τόν Λόρδο Βύρωνα. Όμως, στόν Μάρκο Μπότσαρη, κατ' εξαίρεση από όλες τίς άλλες πρωταγωνιστικές μορφές τών Ελλήνων επαναστατών, αφιέρωσε ιδιαίτερη ωδή, αναγνωρί-ζοντας έτσι τήν μοναδικότητα τής ξεχωριστής προσωπικότητός του. Πράγματι, παρ' ότι ο Μάρκος υπήρξε παροιμιωδώς ολιγόλογος και σεμνός άνδρας, λιτός στήν εμφάνιση και ελάχιστα κοινωνικός, λατρεύονταν τόσο από τούς συμπολεμιστές του όσο και από τόν απλό λαό, πού έβλεπε σ' αυτόν και τούς ατρόμητους Σουλιώτες του τήν ενσάρκωση τών ανίκητων αρχαίων Ελλήνων πολεμιστών πού μάχονταν όπως και εκείνοι, «υπέρ βωμών και εστιών».

Λέγεται ότι, ο Μάρκος διέθετε φωνή «στεντόρεια», προσόν πολύτιμο γιά ηγέτη σέ στιγμές μάχης, ιδίως μέ τίς «απαιτήσεις» τού πολέμου εκείνων τών καιρών. Ηταν, όμως και εξαιρετικά μελωδική, γι' αυτό και συχνά τραγουδούσε παίζοντας έγχορδο όργανο (λύρα) σέ στιγμές πολεμικής ανάπαυλας, πρός μεγάλη τέρψη και αγαλλίαση τών συμπολεμιστών του.

Ο Γάλλος Φ.Πουκεβίλ, στό μνημειώδες συγγραφικό έργο του, «Η Ιστορία τής Ελληνικής Επαναστάσεως», στό οποίο ήδη αναφερθήκαμε, επικεντρώνεται σέ μία ακόμη αρετή τού χαρακτήρα τού Μάρκου Μπότσαρη, τήν ξεχωριστή ανιδιοτέλειά του, προσόν σπάνιο γιά ηγέτη όχι μόνο γιά τήν εποχή πού περιγράφουμε, αλλά και πάντοτε. Εγραψε τότε ο Πουκεβίλ:

«Μεγάλην δε αίσθησιν παρήγαγε λόγος τις αυτού περί καταφρονήσεως τού πλούτου και περί τού προς τήν πατρίδα έρωτος, όν διερχόμενος εκ Μεσολογγίου, απήγγειλεν ενώπιον τής Συνελεύσεως τών Ελλήνων τής Δυτικής Ελλάδος, συνεδριαζόντων εν τή πόλει ταύτη…»

Τό μεγαλείο τής άδολης ψυχής τού Μάρκου αναδείχτηκε όταν, παίρνοντας τήν πρωτοβουλία νά συμφιλιωθεί μέ τόν οπλαρχηγό τού Ραδοβυζίου Γώγο Μπακόλα (ηθικό αυτουργό, όπως προείπαμε, τής δολοφονίας τού πατέρα του, Κίτσου Μπότσαρη), επέτυχε μέ τήν χειρονομία του αυτή τήν ενότητα τών επαναστατικών Ελληνικών στρατευμάτων πού είχαν συγκεντρωθεί τόν Μάϊο 1822, στό Κομπότι τής Αρτας. Αλλά και μεταξύ τών λοιπών αρχηγικών προσωπικοτήτων τής Επαναστάσεως, ο Μάρκος απολάμβανε απεριόριστης εκτιμήσεως και συμπαθείας.

Ο αρειμάνιος και πολυμήχανος Οδυσσέας Ανδρούτσος αγαπούσε και σέβονταν ιδιαιτέρως τόν νεώτερό του Μάρκο Μπότσαρη, πρώτος δέ είχε εισηγηθεί πρός τήν Επαναστατική Κυβέρνηση τήν ανάθεση σ' εκείνον τής αρχιστρατηγίας γιά τήν Δυτική Ελλάδα.

Είναι, επίσης, γνωστός ο σεβασμός γιά τόν Μάρκο, τού Γεωργίου Καραϊσκάκη, σέ πολλές μάχες συμπολεμιστή του, και η κρίση του γι' αυτόν:

«Ο Μάρκος ήταν τρανός. Είχε νού πού δέν είχε άλλος. Είχε καρδιά λιονταριού και γνώμη δίκαιη σάν τού Χριστού. Εμείς όλοι ούτε στό δάχτυλό του δέν φθάνουμε…»

Κυρίως, όμως, έμεινε στήν ιστορία ο θρήνος τού, ανήμπορου από τήν φυματίωση, Καραϊσκάκη επάνω στό άψυχο κορμί τού Μάρκου, στό Μοναστήρι τού Προυσσού και η σπαρακτική οιμωγή του:

«Ωρέ, σάν τόν Μάρκο ήρωα γυιό, μάνα δέν ματαγεννάει…»

Είναι επίσης καταγεγραμμένη στά ιστορικά γεγονότα τής εποχής, η «πρόβλεψη» τού πολύπειρου Αλή Πασά γιά τόν Μάρκο, σέ πολύ νεαρή ηλικία:

«Εκειός εκεί ο σιωπηλός, θά φάει πολλή Τουρκιά…»

Ακόμη είναι γνωστή και η εκτίμηση τού, κατά είκοσι χρόνια μεγαλυτέρου του, Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ο οποίος, θαυμάζοντας τό ήθος και τήν ηγετική αξία τού Μάρκου, έγινε, την 28η Μαϊου 1822 (μέ «τελετουργική» επισημότητα και επί παρουσία επωνύμων Πελοποννήσιων οπλαρχηγών), «μπουραζέρης» του, δηλαδή «αδελφοποιητός» του.


Όμως, η πολεμική διορατικότητα τού Μάρκου Μπότσαρη διαφαίνεται και σ' ένα ακόμη ιστορικό γεγονός, τό οποίο είναι ελάχιστα γνωστό. Πράγματι, όπως προκύπτει από έγγραφα στοιχεία, λίγους μήνες πρίν τόν απρόσμενο χαμό του, ο Μάρκος Μπότσαρης είχε γίνει, μέ άκρα μυστικότητα, ιδιο-κτήτης τρικάταρτου «μίστικου» δηλαδή ιστιοφόρου πολεμικού πλοίου, μήκους 63 ποδών (δηλαδή 21 μέτρων) και χωρητικότητος πενήντα τόννων. (Κων. Διαμάντη, αναφορά σέ έγγραφο Προσωρινής Διοίκησης Ελλάδος: Βα' Περίοδος, Αριθ. 29/13 Ιουνίου 1823.)

Προφανέστατα, μέ τό πλοίο εκείνο, τό οποίο «αυτονόητα» είχε ονομάσει «Ο Σουλιώτης», ο Μάρκος σχεδίαζε, αφ' ενός μέν νά οργανώσει θαλάσσιες επι-δρομές κατά τών Τούρκων στήν Δ. Ελλάδα (δεδομένου ότι στό Ιόνιο πέλαγος η δράση τού Ελληνικού στόλου ήταν ευκαιριακή, εφ' όσον οι βάσεις εξορμήσεώς του, κυρίως από τήν Υδρα, τίς Σπέτσες και τά Ψαρά, ήσαν εξαιρετικά απόμακρες), αφ' ετέρου δε, γιά νά καλύπτει χωρίς εξαρτήσεις, τίς ανάγκες εφοδιασμού τών Σουλιωτών του, είτε από τά Ιόνια νησιά, είτε από τήν γειτονική Ιταλία.

Αλλωστε, στήν Ιταλία είχε ήδη στείλει ο Μάρκος πρός φύλαξη τήν πολύπαθη οικογένειά του (αιχμάλωτη από τούς Τούρκους γιά ένα περίπου έτος και μόλις απελευθερωμένη μετά από ανταλλαγές αιχμαλώτων/ομήρων), προκειμένου νά είναι απερίσπαστος στίς πολεμικές επιχειρήσεις.

Επιβάλλεται εδώ νά αναλογιστούμε «άφωνοι» ότι, εκείνος ο σπάνιος άνθρωπος και ηγέτης, επιτέλεσε τά καταπληκτικά ανδραγαθήματά του στόν πρώτο χρόνο τής Επαναστάσεως, υπό τό αβάσταχτο άγχος τής πιθανής, ανά πάσα στιγμή, αναγγελίας εξοντώσεως τής αιχμάλωτης οικογένειάς του και όμως δέν ανέστειλε ούτε μιά ημέρα τήν θυελλώδη επαναστατική δράση του.

Η μεγαλοσύνη τού Μάρκου Μπότσαρη ως στρατιωτικού ηγέτη κορυφαίας αξίας, «επικυρώθηκε» τις παραμονές τού θανάτου του, εν όψει τής επελαύνουσας, από τόν «Ασπροπόταμο» πρός τό Καρπενήσι και μέ προφανή στόχο τό Μεσολόγγι, μεγάλης Τουρκαλβανικής στρατιάς 14-15.000 ανδρών υπό τόν «Μουσταή» Πασά τής Σκόδρας. Τότε «συνέλαβε» τήν μεγαλοφυή στρατηγική έμπνευση νά τήν προσβάλλει μέ νυχτερινό αιφνιδιασμό, εν όσω αυτή ήταν ακόμη σέ πορεία και σχετικά «ανυπο-ψίαστη», εφ' όσον ήταν ακόμη πολύ μακρυά από τόν αντικειμενικό της στόχο. Στρατηγική υψηλής διανοίας, άξια νά διδάσκεται σέ στρατιωτικές Ακαδημίες. Πρέπει νά σημειώσουμε ότι, εν όψει τών ραγδαίων επαναστατικών εξελίξεων η Επαναστατική Κυβέρνηση είχε αναθέσει επίσημα στόν Μάρκο Μπότσαρη τήν «Στρατηγία» γιά όλη τήν Δυτική Ελλάδα.

Δυστυχώς, τό γεγονός αυτό προκάλεσε φθόνο, έριδες και διχόνοια μεταξύ τών τοπικών οπλαρχηγών και, γιά πρώτη φορά επί τής αρχηγίας του και μεταξύ τών λοιπών Σουλιωτών. Εν όψει λοιπόν αυτής τής κρίσιμης πολεμικής επιχειρήσεως και ενεργώντας «ακαριαία», ο Μάρκος προσκάλεσε σέ υπαίθρια συνάθροιση όλες τίς Σουλιώτικες φάρες πού είχαν εγκατασταθεί στό Μεσολόγγι καθώς και άλλους οπλαρχηγούς και πολεμιστές. Δέν διασώθηκε τό σύνολο τής ομιλίας του, εφ' όσον ήταν «από καρδιάς», όμως διαδόθηκε και έμεινε στήν ιστορία η εξής ανεπανάληπτη σκηνή.

Είπε, τότε, ο Μάρκος:

«Τήν Κυβέρνηση τής Πατρίδας μου τήν προσκυνώ και τό δίπλωμα τής στρατηγίας που μού έδωσε, τό έχω εικόνισμα στό κεφάλι μου…»

Τό φίλησε και τό ακούμπησε μέ σεβασμό στό μέτωπό του.

«Αν όμως αδελφοί, μέ αιτία αυτό τό δίπλωμα είναι νά σκοτωθούμε μεταξύ μας, τότε τό σκίζω» και τό ξέσκισε επί τόπου.

«Και όποιος είναι άξιος, νά έρθει αύριο μαζί μου και θά λάβει δίπλωμα από τόν Σκόδρα- Πασά πού έρχεται νά μάς ματασκλαβώσει…»

Στόν νού τού γράφοντος, η σκηνή αυτή «παραπέμπει» σέ αντίστοιχη ιστορική στιγμή όταν, ο Μέγας Αλέξανδρος οιστρηλάτησε τήν ταλαιπωρημένη και διψασμένη στρατιά του στήν έρημο τής «Γαιδρωσίας», χύνοντας στήν άμμο τό ελάχιστο νερό πού συνέλεξε και τού προσέφερε στήν περικεφαλαία του, ένας από τούς Μακεδόνες του, λέγοντας: «Δέν φθάνει γιά όλο τόν στρατό μου».

Είναι επίσης καταγεγραμμένο ότι, μετά από τήν καταλυτική εκείνη «δημηγορία» τού Μάρκου, οι διχόνοιες μεταξύ τών «διαγκωνιζομένων» Ελλήνων οπλαρχηγών καταλάγιασαν άμεσα. Τουλάχιστον προσωρινά. Έτσι, έγινε κατορθωτή η συγκρότηση ενός μικτού εκστρατευτικού σώματος από 1500 πολεμιστές, Ρουμελιώτες και Σουλιώτες στό οποίο συμμετείχαν οι Τζαβελαίοι και οι «φάρες» πού τούς ακολουθούσαν, υπό τόν Ζυγούρη Τζαβέλα. Τό Σώμα εκείνο, υπό τήν ηγεσία τού Μάρκου Μπότσαρη και κινούμενο νυχθημερόν, πέρασε από τό Μοναστήρι τού Προυσσού όπου «γιατροπορεύονταν» ο Καραϊσκάκης και εκεί συναντήθηκαν γιά τελευταία φορά, εκείνοι οι δύο κορυφαίοι ήρωές μας.

Ο Θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη


Γιά τήν πορεία εκείνη τού, υπό τόν Μάρκο, εκστρατευτικού σώματος τών Σουλιωτών και λοιπών Ελλήνων, υπάρχει μία καταπληκτική περιγραφή από τόν F.Pouqueviile στό βιβλίο του «Ιστορία τής Αναγεννήσεως τής Ελλάδος», η οποία, πλήν τών άλλων, επιβεβαιώνει τήν ακέραια διατήρηση αρχαιοΕλληνικών ηθών και εθίμων τών επαναστατημένων Ελλήνων. Αποτελεί όμως και έναν ηχηρό «κόλαφο» στίς παρειές όλων εκείνων πού, γιά ανομολόγητους λόγους και σκοπούς, «επενδύουν» στην, δήθεν, «ασυνέχεια» τού Ελληνικού έθνους, διά μέσου τών αιώνων. Πρόκειται γιά τήν «προετοιμασία» τών γενναίων εκείνων πολεμιστών εν όψει τής βεβαιότητός τους ότι εβάδιζαν γιά μιά φονική σύγκρουση μέ τούς εχθρούς.

Ιδού, άς τούς θαυμάσουμε και άς υπερηφανευθούμε γι' αυτούς, διότι υπήρξαν οι άμεσοι πρόγονοί μας:

«…Συμφώνως πρός τό εξ αμνημονεύτου χρόνου έθος τών πολεμικών τής Ελλάδος τέκνων, ο Μάρκος Μπότσαρης παρεσκευάσθη εις μάχην εορτάζων μετά τών στρατιωτών του διά συμποσίου, εν τώ οποίω προσέφερε σπονδάς. Έκαστος πολεμιστής εκαθαρίσθη από παντός ρύπου λουόμενος εις τά ύδατα του Καμπύσου ποταμού όστις χύνεται εντός τού Αχελώου («Ταυρωπού») και αφού επιμελώς εκτένισαν τάς κυματοειδείς κόμας των, ενδυθέντες τά ωραιότερα ενδύματά των και στεφανωθέντες μέ άνθη, συναθροίσθησαν πρό τού πολεμά-ρχου των, όπως ακούσωσι τάς αποφάσεις αυτού…»

Είναι ταυτόσημη, η παραπάνω «ιεροτελεστεία» με την, εν έτει 480 π.Χ., περιγραφή τής προετοιμασίας τών αρχαίων Σπαρτιατών πολεμιστών, ολίγον πρό τής μάχης τών Θερμοπυλών, τήν οποία έκπληκτοι παρακολουθούσαν οι ανιχνευτές τών Περσών και δέν πίστευαν στά μάτια τους.

Ωστόσο, μετά από τήν στάθμευση εκείνη, τό εκστρατευτικό σώμα τού Μάρκου συνέχισε τήν πορεία του και μέ τό «σούρουπο», έφθασε πλησίον τού «Μικρού Χωριού» τής Ευρυτανίας, απ' όπου οι Ελληνες πολεμιστές αντίκρυσαν τίς φωτιές από το στρατόπεδο τών Τουρκαλβανών, στήν κοιλάδα πού εκτείνεται στά «κράσπεδα» τού Καρπενησίου και κατά μήκος τού «Καρπενησιώτη» ποταμού.

Θα πρέπει εδώ νά επισημειώσουμε ότι, τό στρατηγικό σχέδιο τού Μάρκου Μπότσαρη γιά τήν αντιμετώπιση εκείνης τής τεράστιας, γιά τά αριθμητικά δεδομένα τών Ελληνικών δυνάμεων, Τουρκαλβανικής στρατιάς, είχε αρχίσει νά εκτελείται ήδη από ημέρες πρίν.

Πράγματι, όπως ιστορείται, σέ όλη τήν διαδρομή της διά μέσου τών οροσειρών τών Αγράφων (όπως αυτή «φιδοσέρνονταν» παράλληλα μέ τήν ροή τού Ασπροπόταμου, από τό γεφύρι τού Κοράκου μέχρι τό γεφύρι τής Τατάρνας, καίγοντας και λεηλατώντας τά χωριά), κατόπιν διαταγών τού Μάρκου, ευέλικτα επαναστατικά σώματα υπό τούς οπλαρχηγούς Δημήτρη Μακρή, Νικόλα Στορνάρη, Γρηγόρη Λιακατά, Δήμο Γουβέλη, Γιολδασαίους και άλλους τοπικούς καπεταναίους, παρενοχλούσαν ακατάπαυστα τούς Τουρκαλβανούς μέ φονικές ενέδρες και νυκτερινές επιδρομές.

Αυτή η ευφυής στρατηγική τού Μάρκου είχε ως αποτέλεσμα νά «χαλαρώσει» η συνοχή τής εχθρικής στρατιάς, αφού έπρεπε νά αποσπώνται συνεχώς πλαγιοφυλακές και οπισθοφυλακές γιά τήν προστασία τών εφοδιοπομπών της και πρός καταδίωξη τών επιδρομικών Ελληνικών σωμάτων.

Εν τέλει δέ νά φθάσει στό σημείο τής κύριας ενέδρας, στό Κεφαλόβρυσο Καρπενησίου, σχετικά «αδυνατισμένη» η προπορευόμενη «κεφαλή» της, αποτελουμένη από 7 έως 8 χιλιάδες πολεμιστές μέ επικεφαλής τούς Τζελαλεδίν Πασά, Σαφέρ Πασά και τον Τουρκαλβανό Άγο Βασιάρη, από τούς επικεφαλής τών στρατευμάτων τού Αλή Πασά, στην σφαγή τών Σουλιωτών στον «Σέλτσο», πρίν από δεκαεννέα χρόνια.

Αξίζει επίσης νά εκθέσουμε εδώ ότι, η πολυάριθμη εκείνη στρατιά αποτελούνταν από τίς πιό αξιόμαχες μισθοφορικές Αλβανικές δυνάμεις πού έδρασαν, τότε, στήν υπηρεσία τών Τούρκων. Οι περισσότεροι εξ αυτών ήσαν «Γκέκηδες», Αλβανικό φύλο πού κατοικούσε κυρίως από τήν κεντρική μέχρι τήν βόρεια, σημερινή, Αλβανία και θεωρούνταν τό πλέον πολεμικό από τίς Αλβανικές φυλές, από δέ πλευράς θρησκεύματος ήσαν εν μέρει Μουσουλμάνοι και εν μέρει Καθολικοί Χριστιανοί.

Οι τελευταίοι, ονομάζονταν «Μιρδίτες» αλλά και «Λα(ν)τίνοι» ενώ η άλλη μεγάλη φυλετική υποδιαίρεση τών Αλβανών είναι οι «Τόσκες» ή «Τόσκηδες» πού κατοικούσαν κυρίως στίς νοτιότερες περιοχές και υποδιαιρούνταν σέ «Τσάμηδες» και «Λιάπηδες».

Ο συγγραφεύς Χρήστος Παπασταύρου, στήν μελέτη του «Η Ελλάς και η Βόρει-ος Ηπειρος», γράφει:

«…Η ετυμολογία τής λέξεως «Λιάπης» προέρχεται από τήν Αλβανική λέξη «Ιλιάμπες», πού σημαίνει τόν «αλλάζοντα πίστιν». Είναι δέ γνωστόν ιστορικώς ότι, οι αλλαξοπιστήσαντες τόν ΙΖ' αιώνα Τόσκηδες ονομάσθηκαν Λιάπηδες. Πρό τής εποχής ταύτης ουδαμού αναφέρεται η λέξις Λιάπης».

Περαιτέρω, είναι αδιαμφισβήτητο ότι, η αντίστοιχη ετυμολογία τού «Τσιάμη» προέρχεται, κατά γλωσσικό «τσιτακισμό», από τήν λέξη «Θυάμις» πού δέν είναι παρά η αρχαία ονομασία τού Ηπειρωτικού ποταμού «Καλαμά», ο οποίος διασχίζει τήν περιοχή στήν οποία έδωσε τό όνομά του, δηλαδή τήν «Θυαμουριά» ή «Τσιαμουριά», τής αρχαιόθεν Θεσπρωτίας.

Ωστόσο, τό αξιοσημείωτο μέ τούς Γκέκηδες είναι ότι, οι πρόγονοί τους υπήρξαν από τούς πλέον πιστούς οπαδούς τού «Σκεντέρμπεη» και, αμέσως μετά τόν θ'ανατό του, την 17.01.1468, οι αρχηγοί τους ορκίστηκαν νά φέρουν «εσαεί» ένα είδος επωμίδος από δύο μαύρες υφασμάτινες ταινίες, σέ ένδειξη αιωνίου πένθους» στήν μνήμη του.

Τό γεγονός αυτό, ο γράφων τό επιβεβαίωσε ως αληθές και ισχύον τουλάχιστον μέχρι τίς αρχές τού 20ου αιώνα, εφ' όσον απεικονίζονταν εμφανώς σε «ασπρό-μαυρη» φωτογραφία Γκέκηδων εκείνης τής περιόδου, οι οποίοι έφεραν τίς πολεμικές ενδυμασίες τους μέ τήν διπλή μαύρη ταινία τού πένθους γιά τόν «Σκεντέρμπεη» στόν ώμο τους. (Από τό βιβλίο: «Η Καπετάνισσα Περιστέρα τής Σιάτιστας».)

Όμως, πόσο ιστορικά «σχήμα οξύμωρον» φαντάζει τό γεγονός ότι, οι απόγονοι εκείνων τών ένθερμων συμπολεμιστών τού «Σκεντέρμπεη», φέροντας ακόμη, μετά από 350 χρόνια, στούς ώμους τους τό «αιώνιο πένθος» γιά τόν αδόκητο χα-μό του, νά μάχονται στό πλευρό τών ασπόνδων εχθρών του Οθωμανών Τούρκων και εναντίον των, επίσης απογόνων τών συμπολεμιστών εκείνου, τών Ελ-ληνογενών Μποτσαραίων!

Ακόμη δέ χειρότερο «φαντάζει» τό γεγονός ότι, κατά τήν φονική εκείνη νυκτο-μαχία τού Καρπενησίου, από τό μοιραίο βόλι ενός «Λαντίνου» Γκέκα, έπεσε νεκρός ο ευγενέστερος και, ίσως, πολυτιμότερος ήρωας τής Ελληνικής επαναστάσεως, ο «Αετός τού Σουλίου», ο απαράμιλλος Μάρκος Μπότσαρης.


Επιλέξαμε ενδεικτικά, από τόν ατέλειωτο κατάλογο τών εγχωρίων συγγραφών, τών κρίσεων, τών αναφορών και τών βιογραφιών, τών σχετικών μέ τήν ζωή, τήν δράση και τήν αξία τού Μάρκου Μπότσαρη, ένα απόσπασμα από διάλεξη τού ακαδημαϊκού Γεωργίου Αθανασιάδη-Νόβα, τό οποίο θεωρούμε πλέον αντιπροσωπευτικό γι' αυτόν τόν «ιδανικό ήρωα». Έχει ως εξής:

«Ο Μάρκος Μπότσαρης είναι, ίσως, ο μόνος εκ τών ηγετών τού Αγώνος, διά τήν στρατηγικήν αξίαν, διά τήν προσωπικήν ανδρείαν, διά τήν πολιτικήν σύνεσιν, διά τήν ψυχικήν ευγένειαν, διά τήν ευθύτητα τού χαρακτήρος, διά τήν μοναδικήν ανιδιοτέλειαν τού οποίου, δέν υπάρχει δευτέρα γνώμη. Είναι ο μόνος ασκίαστος, είναι ο μόνος πάλλευκος αρχηγός. Η δόξα του απήχησεν αμέσως εις τόν κόσμον ολόκληρον

Παράλληλα, από τίς δεκάδες τών Ευρωπαϊκών προσωπικοτήτων πού αφιέρω-σαν στόν Μάρκο Μπότσαρη τήν κρίση, τόν θαυμασμό και τά έργα τους, θά επικαλεστούμε τόν Γάλλο συγγραφέα Auguste Fabre, πού έγραψε τά ακόλουθα:

«Ο Μάρκος Μπότσαρης εδείχθη ο άξιος αντιπρόσωπος όλης τής αρχαίας Ελλάδος, συνενώνων τάς αρετάς τών σοφών της και τήν έμπνευσιν τών ποιητών της μέ τούς ηρωϊσμούς τών ημιθέων της

Εμείς συγγράφοντας και περιγράφοντας τά παραπάνω, ελπίζουμε ότι, σέ μιά εποχή «εθνικής κατάθλιψης» όπως η σημερινή, όπου «θριαμβεύει η ασημαντότητα» -κατά τήν εύστοχη επισήμανση ενός εκ τών κορυφαίων συγχρόνων Ελλήνων διανοουμένων, τού Κορνήλιου Καστοριάδη-, η περιγραφή τού βίου, τών αγώνων, τών χαρισμάτων και τού ήθους τού λησμονημένου ήρωά μας Μάρκου Μπότσαρη, ίσως «χαρίσει» στούς σύγχρονους νέους Ελληνες και τίς νέες Ελληνίδες, μέρος από τήν υποτιμημένη εθνική υπερηφάνειά τους.

Αλλά κι ένα ιδανικό υπόδειγμα πρός περισυλλογή και μίμηση, εν όψει και τών διαγραφομένων κινδύνων και απειλών κατά τής εθνικής μας ελευθερίας και κυριαρχίας, γιά τήν ύπαρξη τών οποίων, εκείνος θυσίασε τήν ζωή του και τά νειάτα του, και εμείς καλούμαστε να τόν μιμηθούμε.

 

Τα τρία μέρη των αφιερωτιματικών κείμενων για τον Μάρκο Μπότσαρη συντέθηκαν από κεφάλαια και αποσπάσματα τού βιβλίου τού Γρηγόρη Κοσσυβάκη: «Διαχρονικός Ηπειρώτικος Ελληνισμός»,τα οποία παραχώρησε ο ίδιος ο συγγραφέας στο InTownPost.com. Έχουν, όμως, αναρτηθεί και στην ιστοσελίδα kossivakis.gr, σελίδα την οποία έχουν επισκεφθεί, μέχρι προσφάτως, υπέρ τίς 38.000 αναγνώστες.

«Το Ρεύμα του Φιλελληνισμού στην Ευρώπη και οι Φιλ...
«Ο Μάρκος Μπότσαρης: Ένας Ιδανικός Ήρωας» (Μέρος Β...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://1821.intownpost.com/

Διαβάστηκαν από άλλους χρήστες

200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης
Π ρ ό λ ο γ ο ς  Διάγουμε το έτος 2021 και εφέτος συμπληρώνονται διακόσια χρόνια από την Επανάσταση τού 1821, όταν, σύσσωμο το Ελληνικό Εθνος, προετοιμασμένο οργανωτικά από την «Φιλική Εταιρεία»,...
200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης
Διαβάστε το Πρώτο Μέρος του άρθρου: «Το Ρεύμα του Φιλελληνισμού στην Ευρώπη και οι Φιλέλληνες» (εδώ) Στον Ισπανικό Φιλελληνισμό οι παράγοντες που καθόρισαν την καθυστερημένη ανάπτυξη του ήταν το πολιτ...
200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης
Μετά την κατάλυση του βυζαντινού κράτους από τους Τούρκους, οι Έλληνες καταπιέζονταν από στυγερή τυραννία. Το σκοτάδι της σκλαβιάς αγκάλιαζε για αιώνες την Ελλάδα και παντού βασίλευε η αιχμαλωσία, η π...