Tο διάβασαν 194 άτομα (194 Views)

«Ο Μάρκος Μπότσαρης: Ένας Ιδανικός Ήρωας» (Μέρος Β’)

MARK111-01ITPEXON


Διαβάστε εδώ το Α΄Μέρος


Οι Αλβανοί σύμμαχοί του, απέδιδαν στόν Μάρκο Μπότσαρη πρωτοφανή σεβασμό και εκτίμηση και δέν αμφισβητούσαν τήν πρωτοκαθεδρία του στις κοινές, πολεμικές επιχειρήσεις τους κατά τών Τούρκων.

Δυστυχώς γιά τήν Επανάσταση (αλλά και τίς μακροπρόθεσμες -μέχρι και σήμερα- ΕλληνοΑλβανικές σχέσεις), εκείνη η πολύτιμη στρατιωτική συμμαχία πού εμπνεύσθηκε ο Μάρκος Μπότσαρης και αναβίωνε, σε κρίσιμες στιγμές γιά τόν αντιΤουρκικό αγώνα, τήν ανίκητη «Στρατιά τού Σκεντέρμπεη», διαλύθηκε μέ αιτία μιά σειρά ανοήτων αλλά και -προδήλως- υποβολιμαίων ενεργειών.

Στις, μόλις απελεύθερες, περιοχές τής Δυτικής Ελλάδος, υστερόβουλοι Δεσπο-τάδες και φανατισμένοι καλόγεροι προέτρεψαν έντεχνα (άλλως δέν φρόντισαν νά αποτρέψουν), τούς «μεθυσμένους» από τίς πρώτες πολεμικές επιτυχίες επαναστατημένους Ελληνες, νά συλήσουν και νά καταστρέψουν Μουσουλμανικά τζαμιά. Πολλά, μάλιστα, τά είχαν μετατρέψει ακόμη και σέ σταύλους. Ακόμη χειρότερο, ασφαλώς δέ προσχεδιασμένο, γεγονός ήταν τά αιματηρά έκτροπα πού συνέβησαν τότε εις βάρος άοπλων Μουσουλμάνων Αλβανών.

Ο ιστορικός Κων/νος Βακαλόπουλος αναφερόμενος στά θλιβερά εκείνα συ-μβάντα, γράφει:

«…Η ελληνοαλβανική συμμαχία ….κατέρρευσε έπειτα από τό αιματηρό γεγονός τής σφαγής Αλβανών αμάχων, εκ μέρους εκείνων οι οποίοι αντιτάσσονταν στήν ελληνοαλβανική πολεμική σύμπραξη

Σε κάθε περίπτωση, τά απαράδεκτα εκείνα γεγονότα, διαπίστωσε ο απεσταλμένος τών Αλβανών συμμάχων τού Μάρκου Μπότσαρη, ο παλαίμαχος οπλαρχηγός Ταχήρ Αμπάζης, πού είχε συμμετάσχει σέ αποστολή κοινής ΕλληνοΑλβανικής επιτροπής στό Μεσολόγγι και επιστρέφοντας εξοργισμένος, ενημέρωσε τούς ομοφύλους και ομοθρήσκους του, οι οποίοι, μαζί μέ τούς Σουλιώτες συμμάχους τους, πολιορκούσαν τήν Τουρκοκρατούμενη Αρτα. Ολοι μαζί, τότε, οι Αλβανοί οπλαρχηγοί, εύλογα «μένεα πνέοντες», αποφάσισαν νά διαλύσουν τήν ΕλληνοΑλβανική συμμαχία.

Πιστοί όμως στήν «μπέσα» πού είχαν δώσει -Αλβανικός «λόγος τιμής» γιά την μεταξύ τους ανακωχή- και φερόμενοι με εντιμότητα, ενημέρωσαν τούς Νότη και Μάρκο Μπότσαρη νά σπεύσουν ν' απομακρυνθούν από το κοινό στρατόπεδό τους, διότι, από εκείνη τήν στιγμή, θά λογίζονταν αντίπαλοι.

Η εξέλιξη αυτή υπήρξε μεγάλο δυστύχημα διότι, εκείνοι οι «σκληροτράχηλοι» Μουσουλμάνοι πολεμιστές, αναίτια προσβεβλημένοι στήν θρησκευτική τους πίστη, τήν προέταξαν έναντι τής εθνικοφυλετικής, Ηπειρωτικής συγγενείας, χάριν τής οποίας είχαν συμμαχήσει εγκάρδια μέ τούς Σουλιώτες.

Οπότε, στερούμενοι πλέον ιδεολογικοπατριωτικού κινήτρου, επανήλθανστήν προηγούμενη, συνήθη γι' αυτούς, επιλογή, ως επαγγελματιών μισθοφόρων τών Οθωμανών αυθεντών τους.

Έκτοτε, ατυχώς, οι Ελληνες «τούς βρήκαν μπροστά τους» στίς περισσότερες μάχες, καθ' όλη τήν διάρκεια τής Επαναστάσεως, όπου «μάτωναν» αμοιβαία μέχρις αποδεκατισμού, πρός μεγάλη ικανοποίηση τών Τούρκων, αλλά και τών διαφόρων «χαρτογιακάδων» και «Φαναριωτών» πού εξυπηρετούσαν τά διαιρετικά σχέδια τών Ευρωπαϊκών μεγάλων δυνάμεων τής εποχής, της Αγγλίας, της Αυστρίας τών Αψβούργων, της Γαλλίας τών Βουρβώνων και της Ρωσίας τών Τσάρων.


Χάριν τής σφαιρικής, διδακτικής, γνώσης πού πρέπει νά έχουμε οι Ελληνες γιά τά συμβάντα τής τρομερής εκείνης εποχής και τών αμειλίκτων Γεωπολιτικών συμφερόντων «πού παίζονταν στις πλάτες» τών επαναστατημένων προγόνων μας, θά πρέπει νά θεωρούμε ως βέβαιο γεγονός ότι, τά μίσθαρνα όργανα τών Ευρωπαϊκών εξουσιαστικών δυνάμεων, κυρίως όμως τών Αγγλικών, - εφ' όσον Αγγλοι ήσαν, τόσο ο «στόλαρχος» Κόχραν όσο και ο «στρατηγός» Τσώρτς, τούς οποίους επέβαλλαν ως αρχηγούς τών Ελληνικών ναυτικών και χερσαίων δυνάμεων, παραμερίζοντας «ετσιθελικά» τούς μπαρουτοκαπνισμένους Έλληνες ηγήτορες -, ήσαν εκείνοι πού, εάν δέν διοργάνωσα, ασφαλώς και συνήργησαν στήν δολοφονία τού ήρωα Γιώργη Καραϊσκάκη.

Τό θλιβερό γεγονός τού θανάτου τού Καραϊσκάκη συνέβη ακριβώς τήν προηγουμένη ημέρα τής προβοκατόρικης μάχης «Αναλάτου» (πεδινή περιοχή τού Φαλήρου), τόν Απρίλιο 1827, η οποία επέφερε τήν προσχεδιασμένη πανωλεθρία τών Ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων. Και τούτο εφ' όσον, υποχρεώθηκαν -χωρίς τόν πολύπειρο αρχηγό τους- ν' αντι-μετωπίσουν πεζοί σέ ανοιχτό πεδίο, χωρίς «ταμπούρια» και χωρίς κάλυψη πυροβολικού, τό επίλεκτο και πολυάριθμο Τουρκικό ιππικό και, αναίτια, νά συντριβούν μέ τεράστιες απώλειες.

Στήν ίδια εκείνη άνιση αντιπαράθεση τής τραγικής μάχης τού «Αναλάτου», αποδεκατίστηκε μαχόμενος ηρωϊκά και απελπισμένα, προκειμένου να καλύψει την πανικόβλητη υποχώρηση τών λοιπών Ελλήνων, ο «ανθός» τών εναπομεινάντων Σουλιωτών πολεμιστών.

Μεθοδεύτηκαν δέ «έτσι» τά πράγματα, επειδή ο απρόβλεπτος «γυιός τής καλογριάς», μέ τήν ιδιοφυή στρατηγική του, είχε απρόσμενα απελευθερώσει σέ ελάχιστο χρόνο, σχεδόν όλη τήν «Ρούμελη» (Στερεά Ελλάδα). Τήν οποία, όμως, οι ισχυροί τής Ευρώπης δεν τήν προόριζαν γιά τμήμα τής απελεύθερης Ελληνικής επικράτειας και, επομένως, «έπρεπε» τό μέν νικηφόρο μέχρι τότε Ελληνικό στράτευμα νά κατατροπωθεί και νά διαλυθεί, ο δέ ανυπότακτος ηγέτης του, ο Γιώργης Καραϊσκάκης, νά τεθεί «εκτός μάχης».

Εν όψει όλων αυτών, εκτιμούμε, ότι και ο εμπνευστής εκείνης τής «ανίερης» Ελληνοαλβανικής συμμαχίας τού 1821, ο άδολος Μάρκος Μπότσαρης, μόνον εξ αιτίας τού προώρου θανάτου του «γλύτωσε», είτε από μιά οργανωμένη δολοφονία του, όπως τού Καραϊσκάκη, είτε, αργότερα, από μιά μετεπαναστατική «τιμωρητική «δίκη» και καταδίκη εις θάνατον», όπως τών Θεοδ. Κολοκοτρώνη και Δημ. Πλαπούτα.

Πράγματι, όπως τά επίσημα κείμενα τής «Ιεράς Συμμαχίας» τών απολυταρχών τής Ευρώπης αποκαλύπτουν, αυτοί είχαν ήδη αποφασίσει «πρίν από εμάς, γιά εμάς», ανεχόμενοι τήν ύπαρξη, μόνον, μιάς ημιανεξάρτητης Ελλάδος, μικρής και φόρου υποτελούς στόν Τούρκο Σουλτάνο.

Επομένως, είναι πρόδηλον ότι, θα ανέτρεπε τά διαιρετικά και «πυροσβεστικά» σχέδιά τους, μιά απροόπτη αντιΤουρκική επαναστατική σύμπραξη Ελλήνων και Αλβανών, αλλά και η συνεπακόλουθη «επούλωση» τών μεταξύ μας «πληγών» τού παρελθόντος. Η οποία, ασφαλώς, θά προήγαγε συνθετικές προσεγγίσεις τών δύο Λαών και εντεύθεν «μή ελεγχόμενες» κοινές αξιώσεις και διεκδικήσεις μας, σέ βάρος τού «μεγάλου ασθενούς», όπως χαρακτηρίζονταν, τότε, η παραπαίουσα Οθωμανική αυτοκρατορία.

Αλλά και οι δόλιοι Τούρκοι, οι οποίοι θεωρούσαν επικίνδυνους τούς Αλβανούς μισθοφόρους τους, μετά τό τέλος τών μαχών τής Ελληνικής επαναστάσεως, περί τό έτος 1828, οπότε πλέον και δέν τούς χρειάζονταν, τούς εξόντωσαν ύπουλα στά «Βιτώλια» (Μοναστήρι), τής βόρειας Μακεδονίας, όπου τούς προσκάλεσαν, δήθεν, γιά να πάρουν τούς καθυστερημένους μισθούς τους. Τό ίδιο, άλλωστε, άδοξο τέλος είχαν επιφυλάξει οι άσπονδοι Τούρκοι, στούς αρχηγούς τών Αλβανών μισθοφόρων τους και στο παρελθόν, το έτος 1778, μετά τό τέλος τών «Ορλωφικών», στό Ναύπλιο. Και τότε τούς κάλεσαν γιά νά εισπράξουν, δήθεν, τήν οφειλόμενη μισθοδοσία τους, μέσα στήν «Ακροναυπλία» και, συλλαμβάνοντας έναν-έναν τούς εισερχομένους οπλαρχηγούς, τούς αποκεφάλιζαν και πέταγαν τά ακέφαλα κορμιά τους έξω από τό κάστρο, στην παραλία. Γι' αυτόν τον λόγο, ακόμη και σήμερα, η συγκεκριμένη περιοχή στό Ναύπλιο ονομάζεται «Αρβανιτιά», εξ αιτίας εκείνης τής άνανδρης σφαγής τών Αλβανών μισθοφόρων. Αθεράπευτες αλλά και «διδακτικές» γιά όλους μας, Ελληνες και Αλβανούς, διαχρονικές Τουρκικές εγκληματικές δολιότητες. Παράλληλα μέ τά γεγονότα εκείνα, επιβεβαιώθηκε γιά άλλη μιά φορά, η καταστροφική συνέπεια τού «άσκεφτου» θρησκευτικού δογματισμού και τών ιστορικών «παρενεργειών» του (εθνικοφυλετική διάσπαση και διχόνοια, πολιτισμική οπισθοδρόμηση, βαρβαρότητα, αμβλύνοια και, βεβαίως, «δικαίωμα» γιά εξωτερική, στρατιωτικοπολιτική χειραγώγηση.

Στήν συγκεκριμένη δέ περίπτωση τής διαλύσεως τής πολύτιμης ΕλληνοΑλβανικής συμμαχίας, αποδείχθηκε η ολέθρια συνέπεια τού εξισλαμισμού, πού, «μέ τό γιαταγάνι» και τούς παντοειδείς εκβιασμούς, είχαν επιβάλλει οι Οθωμανοί Τούρκοι στούς υπόδουλους Βαλκανικούς λαούς. Ωστόσο, οι ακάματοι Σουλιώτες, παρά τήν απροόπτη και δυσάρεστη εκείνη εξέλιξη, δέν δίστασαν νά συνεχίσουν, σχεδόν μόνοι τους, τό βαρύ επαναστατικό έργο πού είχαν αναλάβει και οι μάχες εναντίον τών Σουλτανικών στρατευμάτων αλλά και, δυστυχώς, κατά τών πρώην συμμάχων τους, τών Μουσουλμάνων Αλβανών μισθοφόρων, συνεχίστηκαν ακατάπαυστες.

Θά αρκούσε η απαρίθμηση και μόνο τών ιστορικών Ηπειρωτικών τοποθεσιών, όπου, οι λιγοστοί αλλά «φρενιασμένοι» Σουλιώτες, υπό τήν απαράμιλλη ηγεσία τού Μάρκου Μπότσαρη, έγραψαν μοναδικές σελίδες ασύγκριτων ηρωϊσμών, γιά νά γίνει αντιληπτή η πολεμική/επαναστατική εποποιία τους και τό μέγιστο όφελος γιά τήν Ελληνική Επανάσταση, τής «παγιδεύσεως» εκεί, γύρω από τό αιματοβαμμένο οροπέδιο τού Σουλίου, τεραστίων Τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων. Οι οποίες, εάν δεν υπήρχαν οι Σουλιώτες, θα κατέκλυζαν την νότιο Ελλάδα, με ολέθριες συνέπειες γιά τους επαναστατημένους Ελληνες τής Ρούμελης και τού Μωρηά.

Απλώς άς τίς μνημονεύσουμε: Στούς Κουμτζιάδες, όπου αιφνιδίασαν και διέλυσαν μεγάλη Τουρκική εφοδιοπομπή, στά «Πέντε Πηγάδια», όπου ο Μάρκος με τετρακόσιους Σουλιώτες, παρέσυρε σε ενέδρα και συνέτριψε δύναμη τεσσάρων έως χιλιάδων Τούρκων, στήν Ρηνιάσα, όπου κατέλαβε μέ αιφνιδιασμό και χωρίς απώλειες τό ομώνυμο φρούριο, στό χωριό Βαργιάδες, εκδιώκοντας τους Τούρκους πού τό είχαν καταλάβει, στούς Δραμεσούς, όπου αντιμετώπισε δύο χιλιάδες «Γενιτσάρους» και τούς διέλυσε, στήν Πλάκα, τρέποντας σέ φυγή μεγάλο Τουρκικό στρατιωτικό σώμα.

Εν συνεχεία και πάλι στούς Βαργιάδες, όπου ο Μάρκος αντιμετώπισε και καταδίωξε μέχρι τά Γιάννινα δύο χιλιάδες Τούρκους, πάλι στούς Κουμτζιάδες, όπου μέ ενέδρα αντιμετώπισε τόν Χασάν πασά τής Αρτας, επερχόμενο μέ χίλιους «Ντελήδες» (ιππείς) και πολλαπλάσιους πεζούς Τούρκους, αποτρέποντας τόν εφοδιασμό τού Τουρκικού στρατοπέδου στά Γιάννινα. Και ακόμη στήν Μπογόρτσα (Ποδογορά), στήν οροσειρά «Μικρή Ολύτσικα», στά «Πλέσσια», στά «Λέλοβα», στήν πολιορκία τής Αρτας και στό Κομπότι.

Σ' αυτή τήν τελευταία μάχη, στό Κομπότι τής Αρτας, εναντίον ισχυρού τουρκικού σώματος ιππικού, περιγράφεται ότι:

«Ο Μάρκος Μπότσαρης εις τήν μάχην αυτήν ηνδραγάθησε τόσον, ώστε, όταν ηθέλησε μετά τήν μάχην νά αποθέση τήν αιμοσταγή σπάθην του, παρετήρησαν ότι η παλάμη του είχε κολλήσει από τό αίμα εις τήν λαβήν της…». (Φ.Πουκεβίλ, «Ιστορία τής Ελληνικής Επαναστάσεως», Εκδόσεις «Μάτι».)


Ο Απόστολος Δασκαλάκης, Καθηγητής τού Πανεπιστημίου Αθηνών, σέ ομιλία του κατά τό έτος 1973 («Μνήμη Σουλίου», Εκδόσεις «Οι Φίλοι του Σουλίου», Αθήναι 1978), κατέθεσε ότι :

«Αι καταπληκτικαί αυταί, εντός ελαχίστου σχετικώς χρονικού διαστήματος, επιτυχίαι τού Μάρκου, οφειλόμεναι όχι μόνον εις τήν απαράμιλλον γενναιότητά του αλλά και εις τό στρατηγικόν του δαιμόνιον, τήν οργάνωσιν κατασκοπευτικού δικτύου τών κινήσεων τού εχθρού, τό ακούραστον και αεικίνητον τών δυνάμεών του και τάς, μετά κυκλωτικών κινήσεων, θυελλώδεις αιφνιδιαστικάς επιθέσεις, είχον κινήσει τόν θαυμασμόν όλων τών εν επαναστάσει Ελλήνων αλλά και τόν τρόμον τών Τούρκων

Ωστόσο, είναι μοναδικής ιστορικής αξίας και τά γεγονότα τών πολυήμερων πολεμικών επιχειρήσεων (από 16ης Μαίου μέχρι 2ας Ιουνίου 1822), κατά τίς οποίες οι ηγήτορες τών Σουλτανικών δυνάμεων, Χουρσίτ Πασάς και Ομέρ Βρυώνης, επικεφαλής τριών «φαλάγγων» Τουρκαλβανικών στρατευμάτων, συνολικής δυνάμεως, περίπου, 10-12.000 ανδρών, εξοπλισμένων ακόμη και μέ κανόνια, επιτέθηκαν μέ σφοδρότητα εναντίον τού Σουλιωτικού οροπεδίου. Γνώριζαν τήν απουσία τού Μάρκου Μπότσαρη, πού βρίσκονταν στό Ελληνικό στρατόπεδο τού Κομποτίου και ήσαν αποφασισμένοι νά «ξεμπερδεύουν μιά και καλή» μέ τούς Σουλιώτες, ώστε νά μπορέσουν νά ξεκινήσουν τήν εκστρατεία τους στήν νοτιοδυτική Στερεά Ελλάδα και εν συνεχεία στήν Πελοπόννησο, όπως προέβλεπε τό στρατηγικό σχέδιο τού Σουλτανικού επιτελείου. Τό τί ακριβώς συνέβη στόν πόλεμο εκείνο, πού αντιμετωπίστηκε από πλευράς Σουλιωτών μόνο μέ 600 σουλιώτικα ντουφέκια και σπαθιά, μάς τό διηγούνται σέ επιστολή τους, οι ίδιοι οι «δράστες» τής Τουρκικής πανωλεθρίας. Ιδού λοιπόν, γιά νά γίνει αντιληπτή από κάθε έναν, έστω και αδαή περί τά πολεμικά, πόσο ανεκτίμητη υπήρξε η σουλιωτική «συνεισφορά αίματος», σ' εκείνους τούς πρώτους κρίσιμους αγώνες τής Ελληνικής επαναστάσεως.

Θεωρούμε ότι πρόκειται, κυριολεκτικά, περί «μνημείου έργων και λόγων»:


«1822, Ιουνίου 6, Κάστρον Κιάφας.

Φιλογενέστατε αδελφέ μας Καπετάν Μάρκο, αδελφικώς σέ ασπαζόμεθα.

Σάς ειδοποιούμεν γιά τά τρέχοντα από εδώ. Η ορμή τού εχθρού εστάθηκεν εις τάς αρχάς τολμηρή και μέ βίαν μεγάλην, όπού εστοχάσθησαν μέ τρείς, μέ τέσσαρας ημέρας, νά τελειώσουν τό έργον τους. Ο Θεός μάς εφώτισε και εμάσαμεν και ημείς τήν δύναμίν μας όλην εις τήν Κιάφα, και τούς αντιστάθημεν μέ στήθος και τούς εκάμαμεν νά χάσουν τήν ελπίδα όπού εστοχάζοντο. Κοντά εις αυτά εμοιράσθησαν και έπιασαν τούς τόπους ολο-τρίγυρα μέ τά μισώρια.»

»Επί πλέον έκαμαν ένα τερτίπι ο Χουρσίτ πασάς μέ τόν Ομέρ πασά και μέ τόν Αγον είς τάς 29 Μαίου, τήν Δευτέραν πρίν ξημερώση είς τάς ώρας τής νυκτός, και παίρνουν από όλα τά στρατεύματα τους εκλεκτούς ως έξη χιλιάδας και ο ίδιος Ομέρ πασάς μέ τόν Αγον, και ερρίφθηκαν επάνω μας νά μάς πάρουν τόν Αβαρίκον και τό νερόν, και μέ τόσον άχτι, οπού μάς εβάρεσαν δύο και τρείς φοραίς τά ταμπούρια μέ τά χέρια.»

»Εβαστάξαμεν τόν πόλεμον όλην τήν ημέραν, και ταίς δύο ώραις τής νυκτός τούς ερριφθήκαμεν επάνω τους, ή νά χαθώμεν όλοι ή νά τούς εβγάλωμεν, και τόσην απορροπήν τούς έδωσεν ο Θεός, οπού δέν είδαν ένας τόν άλλον πού έκαμεν, οπού ολίγον έλειψεν νά πιάσωμεν και τόν Ομέρ Πασά ζωντανόν και τόν Αγον.»

»Εικοσιμίαν ώρας ο πόλεμος έγινεν ακατάπαυστος, κοντά απ' αυτό τούς εβγάλαμεν από τήν Σαμονίβα μέ μεγάλην τρομάραν τους και τούς ερρίξαμεν από τά βράχια κάτω, και εσκοτώθησαν εις τούς κρημνούς οι περισσότεροι παρά από τά τουφέκια.»

»Όλα αυτά εστάθησαν διά νυκτός, από τήν πρώτην ημέραν οπού ήλθαν οι εχθροί έως τήν σήμερον γίνεται πόλεμος ακατάπαυστος, μέρα-νύκτα, ξεχωριστά μέ τόπια και κουμπαράδες.»

»Λοιπόν αδέλφια μή χάσετε τόν καιρόν, ότι πολλά πράγματα μάς στενοχωρούν, όπού οι άνθρωποί μας σάς τά παρασταίνουν εις πλάτος.Τό ασκέρι οπού είναι τριγύρω μας όλον, καθώς στοχαζόμεθα, ως δέκα χιλιά-δες νά είναι. Μένομεν εις τήν αδελφικήν αγάπην.»

(Υπογραφαί):

Ο πατήρ σου Νότης Μπότζαρης, Ζυγούρης Τζαβέλας, Τούσιας Ζέρβας, Νασόφιος Γουμάρας».


Η εκπληκτική αυτή επιστολή-πολεμική ανταπόκριση, εμπεριέχεται στό βιβλίο τού Δημητρίου Καρατζένη: «Η Ππρός Ήπειρον Εκστρατεία το 1822» - Αθήνα 1980) και, ως φαίνεται- κρίθηκε «επικίνδυνη» γιά νά περιληφθεί σέ κάποιο διδακτικό βιβλίο Ιστορίας γιά τά Ελληνόπουλα.

Ωστόσο, στήν εν λόγω επιστολή, «πρωτοκαθεδρία» στίς υπογραφές τών επί κεφαλής Σουλιωτών κατέχει ο περίφημος Νότης Μπότσαρης και είναι αναγκαίο, γιά τήν πληρέστερη κατανόηση τών καταιγιστικών εκείνων γεγονότων, ν' αναφερθούμε ιδιαιτέρως και σ' αυτή τήν «Ομηρική» Σουλιώτικη μορφή...


Η συνέχεια στο τρίτο μέρος του άρθρου  (διαβάστε εδώ)

«Ο Μάρκος Μπότσαρης: Ένας Ιδανικός Ήρωας» (Μέρος Γ...
«Μάρκος Μπότσαρης: Ένας Ιδανικός Ήρωας» (Μέρος Α’)

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://1821.intownpost.com/

Διαβάστηκαν από άλλους χρήστες

200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης
Στα χρόνια του ξεσηκωμού των Ελλήνων για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, το νεοελληνικό θέατρο, αν και ήταν ακόμα στα σπάργανα, λειτούργησε «ως εργαστήρι εθνισμού, ως εργαστήρι χαλύβδωσης κοινού εθ...
200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης
Το ηρωικό έπος της Επαναστάσεως του 1821 συνέβαλε όχι μόνο στην απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Οθωμανούς Τούρκους, αλλά και στην αναγέννηση του Ελληνικού έθνους το οποίο ανέσυρε από τον ραγιαδισμό....
200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης
«Καβάλα τρώνε το ψωμί, καβάλα πολεμάνε, καβάλα παν' στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε, καβάλα παίρν' αντίδερο απ' του παπά το χέρι» (των Κολολοτρωναίων) Ο απόηχος από το μπαλκόνι της Επανάστασης του ΄2...