Tο διάβασαν 165 άτομα (165 Views)

«Μάρκος Μπότσαρης: Ένας Ιδανικός Ήρωας» (Μέρος Α’)

MARKBOTS1112-01


Π ρ ό λ ο γ ο ς 

Διάγουμε το έτος 2021 και εφέτος συμπληρώνονται διακόσια χρόνια από την Επανάσταση τού 1821, όταν, σύσσωμο το Ελληνικό Εθνος, προετοιμασμένο οργανωτικά από την «Φιλική Εταιρεία», αλλά και πνευματικά, ιδεολογικά και ιστο-ρικά εφοδιασμένο από τούς πρωτοπόρους ταγούς του -τον μάρτυρα βάρδο Ρήγα Φεραίο και τον σοφό διδάσκαλο Αδαμάντιο Κοραή- επαναστάτησε γιά μία ακόμη φορά, διεκδικώντας την Ελευθερία του από τον αφόρητο ζυγό τών Οθωμανών Τούρκων, πού είχε ήδη διάρκεια τεσσάρων μαρτυρικών αιώνων.

Στην διάρκεια τού πολυαίμακτου εκείνου αγώνα, πού διήρκεσε μέχρι το έτος 1827 και επισφραγίστηκε με την δημιουργία τού πρώτου ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους, με πρώτο Κυβερνήτη του τον σπουδαίο Έλληνα Ιωάννη Καποδίστρια, ανεδείχθησαν σέ πρωταγωνιστικούς ήρωες, γιά τίς εξαιρετικές ικανότητές τους και την ιδιαίτερη προσωπικότητά τους, αγωνιστές ονομαστοί και θαυμαστοί.

Γι' αυτούς και τά κατορθώματά τους καμαρώνουν οι σύγχρονοι Ελληνες και οι Ελληνίδες, η δε ιστορική μνήμη τους αποτελεί μία διαρκή υπόμνηση εθνικής αυ-τογνωσίας και ένα πειστικό κάλεσμα καθήκοντος γιά όλες και όλους μας. Πρέπει λοιπόν να θυμόμαστε τίς προσφορές ζωής και θυσιών τών ηρώων μας και τών ηρωϊδων μας τού 1821, γιατί τούς οφείλουμε ότι και όσα σήμερα είναι γιά εμάς πολύτιμα και ανεκτίμητα. Και ασφαλώς δεν θα τά κατείχαμε και δεν θα τ' απολαμβάναμε, εάν δεν είχαν υπάρξει: ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης, ο Παπαφλέσσας, οι Υψηλάντες, ο Θανάσης Διάκος, ο Νικηταράς, οι Μαυρομιχαλαίοι, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, οι Σουλιώτες, η Λασκαρίνα-Μπουμπουλίνα, ο Ανδρέας Μιαούλης, ο Κωνσταντής Κανάρης, η Μαντώ Μαυρογένους, ο Γιώργης Καραϊσκάκης, ο Γιάννης Μακρυγιάννης, αλλά και τόσοι άλλοι, περισσότερο ή λιγώτερο φημισμένοι γιά την «αντρειά και τήν θυσία τους».

Ομως, άν ήταν δυνατό να τούς είχαμε σήμερα μπροστά μας, όλους εκείνους τούς ήρωές μας και τούς ρωτούσαμε, οι ίδιοι, ποιόν απ' όλους τους συναγωνιστές θα παραδέχονταν σάν τον κορυφαίο μεταξύ τους, στη φωτιά το χέρι μου θα έβαζα, ότι «μ' ένα στόμα» θα μάς έλεγαν: «Eνας ήταν ο Μάρκος τού Μπότσαρης!».

Και δεν είναι αυτή μία αυθαίρετη υπόθεση τού γράφοντος ή διερώτημα πού χωρεί αμφιβολίες, διότι είναι ήδη καταγεγραμμένες οι πολλαπλές κρίσεις και οι γνώμες γιά εκείνον τον μικρό «το δέμας», αλλά τεράστιο σε «απόκοτο θάρρος», σέ μοναδικό ήθος και σε στρατηγική ιδιοφυία, εθνικό ήρωά μας.

Ούτε είναι μόνον οι γνώμες τών κορυφαίων συναγωνιστών του πού έχουν καταγραφεί, όπως τού Κολοκοτρώνη, τού Καραϊσκάκη και τού Ανδρούτσου πού το επιβεβαιώνουν, αλλά είναι και ο ποιητικός θαυμασμός τού κορυφαίου Γάλλου ποιητού και συγγραφέως Βίκτωρος Ουγκώ, και ακόμη-ακόμη, η κρίση τού ίδιου τού άσπονδου εχθρού τών Σουλιωτών, τού φοβερού Αλή Πασά, πού τον «μετρησε»- νεαρό ακόμη όμηρο- στην στρατιωτική «αυλή» του, μεταξύ άλλων εκλεκτών φερέλπιδων πολεμιστών.

Ετσι λοιπόν -μεταξύ «πλειάδος αρίστων»- ένας ιστορείται πώς υπήρξε σ' όλη τήν Ήπειρο (από τήν μακρινή εποχή τού θρυλικού Τουρκομάχου τού 15ου αιώνα, τού Γεωργίου Καστριώτη «Σκεντέρμπεη»)- και αυτός θεωρώ ότι δέν ήταν άλλος από τόν αξεπέραστο Μάρκο Μπότσαρη.


« Η  ε π ο π ο ι ϊ α  ε ν ό ς  σ ε μ ν ο ύ  ή ρ ω α »

Αυτό τό «τέκνο τής ανάγκης και ώριμο τέκνο τής οργής» (κατά τό γνωστό ποίημα τού Κώστα Βάρναλη, ο «Οδηγητής»), γεννήθηκε στό Σούλι τό έτος 1790 και ήταν ένα από τά δεκαοκτώ παιδιά τού Κίτσου Γεωργ. Μπότσαρη, ηγέτη τής μεγάλης «φάρας» τών Μποτσαραίων, μετά από τήν δολοφονία τού πρωτότοκου αδελφού του Δημήτρη -«Τούσια»- Μπότσαρη, ήρωα τών πολέμων 1792-1796. Βρήκε άδοξο θάνατο από δηλητηριασμένη γούνα πού τού έστειλε ως «δώρο» ο πάντοτε δόλιος Αλή Πασάς τών Ιωαννίνων.

Είχε επακολουθήσει η αυτοκτονία -μέ «φαρμάκι»- τού παλαίμαχου πατέρα τους, τού έκπτωτου πολέμαρχου Γιώργη Μπότσαρη, τραγικά μετανοιωμένου γιά τήν εσφαλμένη απόφασή του, ν' αποσύρει -γιά προσωπικό «γινάτι»- τήν «φάρα» τών Μποτσαραίων από τό Σούλι, λίγα χρόνια πρίν από τήν τελική επίθεση τού Αλή Πασά, κατά τό έτος 1803, αδυνατίζοντας καίρια τήν κοινή άμυνα τών Σουλιωτών και συντελώντας μοιραία στήν τελική άλωση τού Σουλίου από τούς Του-ρκαλβανούς.

Στήν εφηβική ηλικία του, μόλις 14 ετών, ο Μάρκος βίωσε τραυματικά τόν αποδεκατισμό τής «φάρας» του, τόν Απρίλιο 1804, στόν «Σέλτσο», (βυζαντινό μοναστήρι σέ απόκρημνη περιοχή στό ορεινό Ραδοβύζι τής Αρτας), όπου κατέφυγαν διωκόμενοι οι Μποτσαραίοι, μαζί μέ άλλες μικρότερες «φάρες» πού τούς ακολουθούσαν και όπου, ύστερα από ηρωϊκή αντίσταση τεσσάρων μαρτυρικών μηνών, απέναντι σέ δεκαπλάσιους Τουρκαλβανούς, υπέστησαν γενοκτονία, στά τρομερά φαράγγια και τούς απάτητους γκρεμούς τού Αχελώου ποταμού. Στά μέρη εκείνα τον λέμε και «Ασπρο» ή «Ασπροπόταμο».

Από εκεί, διαφεύγοντας μόλις τήν αιχμαλωσία, κρυμμένος ο Κίτσος Μπότσαρης με τον νεαρό Μάρκο, δύο θυγατέρες του και ακόμη σαράντα περίπου Σουλιώτες, σέ απρόσιτη σπηλιά πάνω από τόν αδιάβατο Αχελώο, κατόρθωσαν νά διασωθούν από τά αποσπάσματα τών Τουρκαλβανών πού τούς αναζητούσαν μανιωδώς. Εκεί -μεταξύ άλλων- αιχμαλωτίστηκε βαρειά τραυματισμένος από πέντε σπαθιές, ο αδελφός τού Κίτσου Μπότσαρη, ο περίφημος Νότης, ενώ σκοτώθηκαν μαχόμενοι στο ιστορικό γεφύρι τού «Κοράκου», ο τέταρτος αδελφός του Νίκηζας, ο πρώτος γυιός του Γιάννης και η κόρη του, η ξακουστή «Λένη τού Μπότσαρη», πού έγινε δημοτικό τραγούδι και τραγουδιέται μέχρι σήμερα -με κλάματα- σ' όλη την Ηπειρο.

Τά τραγικά γεγονότα τής -παρ΄ολίγον ολοκληρωτικής- εξοντώσεως τής φάρας τών Μποτσαραίων στόν «Σέλτσο» το 1804, περιγράφονται από πλειάδα Αρτινών συγγραφέων, όπως λ.χ. ο Δημήτριος Καρατζένης από τά Τζουμέρκα, στό βιβλίο του: «Η μάχη τού Σέλτσου» (Αθήνα 1970), αλλά και ο Αριστείδης Σχισμένος από τό Ραδοβύζι, στό εντυπωσιακό σέ λεπτομέρειες βιβλίο του: «Τό ολοκαύτωμα τών Σουλιωτών στό Σέλτσο» (Αθήνα 2004).Γράφει σχετικά ο Αριστείδης Σχισμένος:

«Οι Μποτσαραίοι στο Σέλτσο είχαν βοήθεια και υποστήριξη μόνο από τίς οι-κογένειες τών Αντωνάκηδων τής Γρέβιας και τών Κοσσυβακαίων τής Μπότσης (σημερινής Μεγαλόχαρης), οι οποίοι ήσαν εχθροί άσπονδοι τού Αλή Πασά και θε-ρμοί υποστηρικτές τών Σουλιωτών…».

«Οι Κοσσυβακαίοι επέδειξαν μεγάλη στοργή και αδελφικό ενδιαφέρον γιά τούς ολίγους επιζήσαντες Μποτσαραίους, τούς οποίους περιέθαλψαν και φιλοξένησαν στήν Μπότση, εν συνεχεία δε τούς οδήγησαν στό Σύντεκνο τού Βάλτου, στόν τοπικό οπλαρχηγό Καπετάν-Σωτήρη…».


Από από τον Βάλτο, οι Μποτσαραίοι κατέφυγαν στην Βόνιτσα, κατόπιν στην Πάργα και, τέλος, διασώθηκαν στην Κέρκυρα (η οποία, τότε, ήταν υπό την κατοχή τού Ναπολέοντα), όπου «ανταμώθηκαν» μέ τούς λοιπούς Σουλιώτες, πού είχαν διασωθεί εκεί -σχεδόν χωρίς απώλειες- υπό τον Φώτο Τζαβέλλα.

Γιά τήν ιστορία, άς μάς επιτραπεί νά καταγράψουμε ότι, στά επόμενα χρόνια -μετά τά δραματικά γεγονότα τού έτους 1804-, Μποτσαραίοι και Κοσσυβακαίοι «συμπεθέρεψαν», γόνοι δέ τών δύο οικογενειών συμπολέμησαν, τόσο κατά τίς μάχες τής Επαναστάσεως τού 1821-1827, όσο και μετέπειτα, κατά τόν Α' Βαλκανικό πόλεμο 1912-1913, στήν απελευθέρωση τών Ιωαννίνων και στο αυτόνομο κίνημα τής Β.Ηπείρου (1).

Iστορείται ότι, εκεί στήν Κέρκυρα, ο νεαρός Μάρκος, πού είχε μάθει γραφή και ανάγνωση στό Βουλγαρέλι τής Αρτας (κατά τό διάστημα τών ετών 1800-1803), μέ τήν ενηλικίωσή του, τό έτος 1808, κατατάχθηκε στά «Ναπολεόντεια Γαλλικά στρατεύματα και στίς πολεμικές επιχειρήσεις τους, υπό τόν σπουδαίο Στρατάρχη Μπερτιέ. Εναντίον τών Άγγλων, ο Μάρκος απέδειξε πολύ γρήγορα τά ηγετικά-πολεμικά προσόντα του και οι Γάλλοι εκτιμώντας τα, τόν προήγαγαν, μόλις σέ ηλικία 22 ετών, στόν βαθμό τού Ταγματάρχη. Τά γεγονότα εκείνα, «εφοδίασαν» τον Μάρκο μέ πολύτιμη επιτελική εμπειρία, με γνώση τής σύγχρονης πολεμικής τακτικής, αλλά και με διεισδυτική θεώρηση τής διεθνούς πολιτικής «ατμόσφαιρας» τής εποχής του.

Τήν πρώϊμη πολιτική εμπειρία του κατέγραψε ο Μάρκος σέ σωζόμενη χειρόγραφη προκήρυξή του, όπου διορατικά επισημαίνει και «προειδοποιεί»:

«Όπου κυματίζει η Αγγλική σημαία, οι λαοί είναι δούλοι…».

Μετά τήν ήττα τού Ναπολέοντα και τήν αποχώρηση τών Γάλλων από τά Ιόνια νησιά, κατά τό έτος 1814, ο Μάρκος Μπότσαρης ιδιώτευσε στήν Κέρκυρα, όπου και παντρεύτηκε μέ τήν Χρυσούλα, θυγατέρα τού οπλαρχηγού Χριστάκη Καλόγερου από τήν Πρέβεζα, μέ τήν οποία απέκτησε τόν μοναχογυιό του Δημήτρη (1815) και τρείς θυγατέρες, τήν Βασιλική (1818), τήν Αναστασία (1820) αργότερα δε και τήν Αικατερίνη-Ρόζα (1822), μετέπειτα περίφημη σέ όλη τήν Ευρώπη γιά τήν εξαίσια, αρχαιοελληνική καλλονή της.

Στά χρόνια μεταξύ 1818-1819, ο Μάρκος Μπότσαρης μυήθηκε, κατά πάσα πιθανότητα από τόν Χριστόφορο Περραιβό, στή «Φιλική Εταιρεία» και έκτοτε προετοιμάζονταν «πάση δυνάμει» γιά όσα, μάλλον, προέβλεπε ότι θά επακολουθούσαν.

Αυτά συνάγονται και από το γεγονός ότι, ο Μάρκος είχε «συλλάβει» τήν ιδέα νά συντάξει «Λεξικό τής Ρωμαίικης και τής Αρβανίτικης», προφανώς διαβλέποντας από τότε τήν αναγκαιότητα γλωσσικής συνεννοήσεως και τήν δυνατότητα στρατιωτικής συνεργασίας τών Ηπειρωτών -Ελλήνων και Αλβανών από κοινού, εναντίον τών Τούρκων. Τό «λεξικό» αυτό διασώζεται μέχρι σήμερα στό πρωτότυπό του, στήν Εθνική Βιβλιοθήκη τών Παρισίων.


(1) Ιδέτε Βιβλιογραφία:

Κ.Δ.Στεργιόπουλου: «Το Μικτόν Ηπειρωτικόν Στράτευμα» (Αθήναι 1968).

Μιλτιάδου Δ. Σεϊζάνη, Εκδ. Βιβλιοθήκης Ιστορικών Μελετών: «Η Πολιτική της Ελλάδος και η Επανάστασις του 1878 εν Ηπείρω και Θεσσαλία (Εν Αθήναις 1878).

Κων/νου Διαμάντη: «Οι Κοσσυβάκηδες και η Πατριωτική Δράσης αυτών (Αθήναι 1962.).

Χρυσόστομου Μποκογιάννη: «Οι Κοσσυβάκηδες» - «Δύο αιώνες προσφοράς στους εθνικούς αγώνες» (Αρτα 2003).


Πράγματι, τήν Ελληνο-Αλβανική συμμαχία πού οραματίσθηκε, πιθανότατα ως αναβίωση τής θρυλικής πανΗπειρωτικής στρατιάς τού «Σκεντέρμπεη»- εφ' όσον βιβλία σχετικά μέ την απαράμιλλη αντιΤουρκική εποποιϊα τού οποίου κυκλοφορούσαν τότε στην Ευρώπη αλλά και στην υπόδουλη Ελλάδα-, κατόρθωσε νά τήν συστήσει ο Μάρκος στίς αρχές τού έτους 1821, τά δέ γεγονότα της εξελίχθηκαν ως εξής:

Τόν Νοέμβριο τού 1820, ο Μάρκος, μαζί μέ τόν παλαίμαχο θείο του Νότη Μπότσαρη, επικεφαλής σώματος Σουλιωτών κατέφθασαν έξω από τά πολιορκημένα Γιάννινα ως «σύμμαχοι» τών Σουλτανικών στρατευμάτων εναντίον τού παλαιόθεν άσπονδου εχθρού τους Αλή Πασά, αξιώνοντας, ως αντάλλαγμα γιά τήν συμμαχία τους, τήν επιστροφή τους στό Σούλι.

Τό Σούλι ήλεγχαν, τότε, στρατεύματα πιστά στόν προκηρυγμένο Πασά τών Ιωαννίνων, οχυρωμένα σέ σειρά φρουρίων, περιμετρικών τού Σουλιωτικού οροπεδίου, αλλά και στήν ίδια τήν «καρδιά» του, τήν δυσπρόσιτη «Κιάφα».

Επειδή, όμως, οι Τούρκοι Πασάδες «κωλυσιεργούσαν» στήν εκπλήρωση τής δεσμεύσεώς τους, ο Μάρκος επιδεικνύοντας καίρια διπλωματική οξυδέρκεια και εκμεταλλευόμενος πρός όφελος τών Σουλιωτών τήν εμφύλια διαμάχη τών Οθωμανών, μετά από μυστικές επαφές μέ τόν έγκλειστο στό κάστρο τών Ιωαννίνων και απελπισμένο από τίς, εις βάρος του, στρατιωτικές εξελίξεις Αλή Πασά, άλλαξε τολμηρά στρατόπεδο, μέ πολύτιμο αντάλλαγμα, τήν παραδοχή από τόν Αλή, τής άμεσης επανεγκατάστασης τών Σουλιωτών στό Σούλι. Κατά εκπληκτική χρονολογική σύμπτωση, αυτό συνέβη τήν 12η Δεκεμβρίου 1820, δηλαδή, ακριβώς 17 χρόνια μετά τήν τραγική «έξοδό» τους από εκεί, τήν 12η Δεκεμβρίου 1803.

Ιστορείται ότι, η αποχώρηση τού Σουλιώτικου σώματος από τό Σουλτανικό στρατόπεδο τών Ιωαννίνων δέν έγινε στα κρυφά, αλλά «ημέρα μεσημέρι» μέ τίς σημαίες «ανοιχτές» και τόν Μάρκο Μπότσαρη επικεφαλής, μέ τό σπαθί στό χέρι νά προκαλεί μεγαλόφωνα και ονομαστικά σέ «προσωπική» μονομαχία τούς αρχηγούς τών Τουρκικών και Αλβανικών στρατιωτικών σωμάτων πού παρακολουθούσαν αμήχανα και από τούς οποίους κανένας δέν τόλμησε ν' αντιπαρατεθεί μαζί του.

Λέγεται μάλιστα ότι, κάποιος από αυτούς, εκφράζοντας τήν απροθυμία όλων γιά μιά τέτοια, φονική, μονομαχία, τού αντιγύρισε:

«Αν είσαι εσύ τρελλός ωρέ Μάρκο, εμείς δεν τρελλαθήκαμε ακόμη…».

Ο ιστορικός Κων/νος Βακαλόπουλος, στό μνημειώδες βιβλίο του, «Ήπειρος» (Εκδόσεις Αφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 230 επ.), γράφει:

«Διατηρώντας στό εξής «ίσες αποστάσεις», τόσο απέναντι στους Σουλτανικούς Πασάδες, όσο και απέναντι στόν Αλή-Πασά, οι Σουλιώτες επέτυχαν, μέ τήν μέθοδο διεκδίκησης ανταλλαγμάτων, νά τούς παραδοθεί και τό οχυρό φρούριο τής Κιάφας (Απρίλιος 1821), γεγονός ιδιαίτερης σημασίας γιά τούς μελλοντικούς αγώνες τους…»

«Παρά τά τεράστια προβλήματα πού αντιμετώπιζαν λόγω τού ασφυκτικού τουρκικού κλοιού και τού, από τούς Αγγλους, ναυτικού αποκλεισμού τών Ηπειρωτικών παραλίων ως τόν Αμβρακικό, καθώς και τής κατοχής τής Πάργας και τής περιοχής τής Τσαμουριάς, οι Σουλιώτες πέτυχαν να σταθμίσουν τά οφέλη από τήν διαπάλη τής «Πύλης» και τού Αλή-πασά και -μέ αξιοθαύμαστη οξυδέρκεια και διορατικότητα, ν' αξιοποιήσουν άριστα τήν εσωτερική κρίση τής Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ουσιαστικά εκείνοι ήσαν οι πρώτοι πού έδωσαν τό έναυσμα γιά τόν αγώνα τής εθνεγερσίας…»

«Τήν διοίκηση τού Σουλίου ανέλαβε τότε οκταμελές συμβούλιο από εκπροσώπους τών επιφανέστερων οικογενειών, μέ πρόεδρο τόν Νότη Μπότσαρη και γενικό στρατιωτικό αρχηγό τόν Μάρκο Μπότσαρη».

Μέ τήν ολοκλήρωση τής επανεγκατάστασης τών Σουλιωτών στά γνώριμα «λημέρια» τους και παράλληλα μέ τήν προσπάθεια οργανώσεως τών συμπατριωτών του γιά μακροχρόνιο πόλεμο, ο Μάρκος (συνεπικουρούμενος από τόν θείο του Νότη Μπότσαρη και άλλους αρχηγούς από τίς πλέον σημαντικές «φάρες», όπως τούς: Ζυγούρη Τζαβέλα, Γιωργάκη Δράκο, Λάμπρο Βέϊκο, Τούσα Ζέρβα, Γιώτη Νταγκλή, Θανάση Φωτομάρα, Γιάννη Κουτσονίκα, συνέστησε μία πρωτοφανή αντιΤουρκική συμμαχία μέ τούς επιφανέστερους Μουσουλμάνους Αλβανούς οπλαρχηγούς: Ταχήρ Αμπάζη, Ελμάζ Μέτζο-Μπόνο, Σουλεϊμάν Μέτο και Άγο Μουχαρδάρη, οι οποίοι ήσαν οι επικεφαλής των, μέχρι τότε, πιστών στον Αλή -Πασά, Αλβανικών στρατιωτικών δυνάμεων.

Η συμμαχία εκείνη, η οποία επισημοποιήθηκε τόν Σεπτέμβριο τού 1821, μέ τήν συμμετοχή και τών κυριώτερων Αρτινών και Ακαρνάνων οπλαρχηγών, προέβλεπε τήν συγκέντρωση όλων σχεδόν τών επαναστατικών δυνάμεων τής Δυτικής Ελλάδος στό Κομπότι και στό Πέτα και τόν συντονισμό τής δράσεώς τους μέ τούς Σουλιώτες και τούς Αλβανούς συμμάχους τους, μέ άμεσο στόχο τήν οργάνωση τής πολιορκίας και καταλήψεως τής Αρτας.

Μάλιστα, στά τέλη Οκτωβρίου τού 1821, πραγματοποιήθηκε στό κεφαλοχώρι Πέτα γενική συνέλευση οπλαρχηγών (Σουλιωτών, Αλβανών και Ελλήνων τής Αρτας και Ακαρνανίας), όπου επαναβεβαιώθηκε ο «ακατάλυτος δεσμός» τους στόν κοινό αγώνα κατά τών Οθωμανών δυναστών.

Σε εκείνη τήν γενική «αντιΤουρκική» συνέλευση τών Ελλήνων και Αλβανών συμμάχων οπλαρχηγών - πολεμιστών, στήν οποία πρωτοστάτησε ο Μάρκος Μπότσαρης, συμμετείχαν οι επιφανείς τοπικοί Ελληνες οπλαρχηγοί: Γώγος Μπακόλας, Γεώργιος Βαρνακιώτης, Αλέξης Βλαχόπουλος, Γιώργης Καραϊσκάκης, Γιάννης Μακρυγιάννης, Ανδρέας Ισκου, Γιαννάκης και Μήτρος Κοτελίδας, αλλά και λιγώτερο γνωστοί όπως οι: Πεσλής, Γιολδασαίοι, Κώστας Οικονόμου, Γεώργιος Κοσσυβάκης, Αναγνώστης Λαβδαριάς και άλλοι, οι οποίοι είχαν ήδη στό επαναστατικό «ενεργητικό» τους τίς σημαντικές μάχες και νίκες στήν «Λαγκάδα» (Ιούνιος 1821) και στο «Σταυρό» Θεοδωριάνων (Αύγουστος 1821).

Στήν ενότητα τής εν λόγω συμμαχίας συνετέλεσε καταλυτικά η πρωτοβουλία-χειρονομία τού Μάρκου νά συμφιλιωθεί μέ τόν Γώγο Μπακόλα, ο οποίος, ως γνωστόν, ήταν ο ηθικός αυτουργός τής δολοφονίας τού πατέρα του, Κίτσου Μπότσαρη.

Ο ιστορικός Κ.Βακαλόπουλος, στό βιβλίο του «Ήπειρο;», γράφει:

«Η πολιορκία τής Αρτας ξεκίνησε στά μέσα Νοεμβρίου 1821. Υπήρξε ένας ανελέητος και φονικός αγώνας, μιά τρομερή αντιπαράθεση μεταξύ 4.000 επιτιθεμένων Ελλήνων και Αλβανών, απέναντι σέ 12.000 αμυνόμενους Τούρκους, κατά τήν οποία, οι Σουλιώτες, απέδειξαν γιά μιά ακόμη φορά τήν απαράμιλλη πολεμική τέχνη τους και, αφού εξουδετέρωσαν την αντίσταση τών Τούρκων, τούς υποχρέωσαν νά περιοριστούν στό κάστρο τής Αρτας…».

Όλες οι ιστορικές πηγές συμφωνούν ότι, η στρατηγική δεινότητα και η αεικίνητη δράση τού Μάρκου Μπότσαρη στόν πολύμηνο αυτόν πόλεμο (από τόν Δεκέμβριο 1820 μέχρι τόν Σεπτέμβριο 1822), ο, υπολογισμένα, «τρελλός» ηρωϊσμός του, η άφθαστη πολεμική τακτική του, τά ιδιοφυή στρατιωτικά τεχνάσματά του και οι τεράστιες απώλειες πού προκάλεσε στούς Τούρκους, η ακατάπαυστη δράση του, «εκτόξευσαν» τήν φήμη του ως στρατιωτικού ηγέτη και η επαναστατημένη Ελλάδα «πληροφορήθηκε» ότι, είχε ήδη τόν πολέμαρχό της.

Η συνέχεια στο δεύτερο μέρος του άρθρου (εδώ)


«Ο Μάρκος Μπότσαρης: Ένας Ιδανικός Ήρωας» (Μέρος Β...
Το Αφιέρωμα του InTownPost στα 200 χρόνια της Ελλη...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://1821.intownpost.com/

Διαβάστηκαν από άλλους χρήστες

200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης
Διαβάστε εδώ το Α΄Μέρος και εδώ το Β' Μέρος του αφιερώματος στον Μάρκο Μπότσαρη Ο Νότης Μπότσαρης, επρόκειτο -όπως ήδη προαναφέραμε- γιά τόν αμέσως νεώτερο αδελφό τού Κίτσου Μπότσαρη και θείο τού Μάρκ...
200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης
Διαβάστε το Πρώτο Μέρος του άρθρου: «Το Ρεύμα του Φιλελληνισμού στην Ευρώπη και οι Φιλέλληνες» (εδώ) Στον Ισπανικό Φιλελληνισμό οι παράγοντες που καθόρισαν την καθυστερημένη ανάπτυξη του ήταν το πολιτ...
200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης
Μετά την κατάλυση του βυζαντινού κράτους από τους Τούρκους, οι Έλληνες καταπιέζονταν από στυγερή τυραννία. Το σκοτάδι της σκλαβιάς αγκάλιαζε για αιώνες την Ελλάδα και παντού βασίλευε η αιχμαλωσία, η π...