Tο διάβασαν 171 άτομα (171 Views)

Φάλανθος: Ο ακλόνητος «θρόνος» του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη (Μέρος Α')

FAL0012-ITP01821


«Λάμπει ο ήλιος στα βουνά,

Λάμπει και στα Λαγκάδια,

Λάμπει και στ' Αρκουδόρεμα,

Στο δόλιο Λιμποβίσι,

Πο ΄κει είν' οι κλέφτες οι πολλοί ,

Οι Κολοκοτρωναίοι…»


Οι Αρκάδες είναι περήφανοι για την καταγωγή τους, την ιστορία τους, την αυτοχθονία τους. Όπως γράφει και ο Ηρόδοτος «οικέει (κατοικούν) δε την Πελοπόννησο έθνεα επτά. Τούτων δε τα μεν δύο αυτόχθονα… Αρκάδες τε και Κυνούριοι…» (Η Κυνουρία δεν ανήκε τότε στην Αρκαδία). Αλλά και ο Στράβων γράφει: «Δοκεί δε παλαιότατα έθνη τα Αρκαδικάτων Ελλήνων…». Και στους Δελφούς υπήρχε ένα αφιέρωμα : « Αυτόχθον ιερός λαός απ' Αρκαδίης».

Οι Αρκάδες αγωνίστηκαν σε πολλές περιπτώσεις από τον Τρωϊκό πόλεμο μέχρι την Επανάσταση του 1821, όπου πρωταγωνίστησαν. Από τους Φιλικούς αδελφούς Σέκερη και τον Γεώργιο Λεβέντη, τον Γρηγόριο Ε΄, τον Π. Π. Γερμανό, τους αδελφούς Σπηλιωτόπουλους, τον Δανιήλ, επίσκοπο Τριπολιτσάς, τον Νικηταρά, τον Κεφάλα, τον Θεοδώρητο Βρεσθένης, τον Πλαπούτα, τους Δεληγιανναίους και πολλούς άλλους και ιδιαίτερα τους Κολοκοτρωναίους και λοιπούς αγωνιστές από τον Φάλανθο. Ο Φάλανθος πρόσφερε πολλά, κυρίως τον πρώτο καιρό, στον μεγάλο εκείνο αγώνα. Πρωταγωνιστής, ο Φαλάνθιος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.


Ο    Φ ά λ α ν θ ο ς


«Ανεμώσα τε εστί χωρίον και όρος Φάλανθον,

εν αυτώ δε ερείπια εστί Φαλάνθου πόλεως…»


Ο Φάλανθος, ή η Φάλανθος, ήταν πόλη της αρχαίας Αρκαδίας. Υπήρχε και όρος Φάλανθος δυτικά της Αλωνίσταινας. Την πόλη επισκέφθηκε και ο Παυσανίας το 176 μ.Χ., όταν βρέθηκε στην Αρκαδία για τρία περίπου χρόνια. Στο 8ο Βιβλίο του (στα Αρκαδικά) γράφει: «Ανεμώσα τε εστί χωρίον και όρος Φάλανθον, εν αυτώ δε ερείπια εστί Φαλάνθου πόλεως, Αγελάου δε του Στυμφάλου παίδα είναι τον Φάλανθον λέγουσιν.»

Ο Παυσανίας μεταξύ άλλων πόλεων του Φαλάνθου αναφέρει και την πόλη Μαίναλον, της οποίας σώζονται ερείπια, όπως του ναού της Αθηνάς, στάδιο για αθλητικούς αγώνες και άλλο στάδιο για ιπποδρομίες. Αναφέρει δε ότι οι Μαντινείς, μετά από χρησμό του Μαντείου των Δελφών, μετέφεραν από την Μαίναλο τα οστά του Αρκάδα στην Μαντίνεια. Ο χρησμός έλεγε: «Έστι δε Μαιναλίη δυσχείμερος, ένθα τε κείται Αρκάς, αφ΄ου δη πάντες επίκλησιν καλέονται…», δηλ. «Υπάρχει η ορεινή χώρα Μαιναλία, όπου είναι θαμμένος ο Αρκάς. Απ' αυτόν έχουν πάρει το όνομά τους οι Αρκάδες. Ακόμη ο Παυσανίας αναφέρεται στο «Μαινάλιο πεδίο», τον κάμπο δηλαδή της Σιλίμνας και της Νταβιάς, και στο όρος Μαίναλον. «Ιερόν μάλιστα είναι Πανός νομίζουσιν, ώστε οι περί αυτό και επακροάσθαι συρίζοντος του Πανός λέγουσι», πιστεύουν δηλαδή, ότι το όρος Μαίναλον είναι ιερόν του Πανός, ώστε οι κάτοικοι που κατοικούν γύρω απ' αυτό ισχυρίζονται ότι ακούνε τον Πάνα να παίζει τον αυλό του.

Την πόλη «Φάλανθος» αναφέρει και ο Στέφανος Βυζάντιος, ο οποίος λέει ότι Φαλάνθιος ήταν το εθνικό όνομα των κατοίκων της πόλης. Επίθετο Φαλανθεύς αποδιδόταν και στον Ερμή. Κατά τολεξικό Liddell & Scott: «Φάλανθος» (από το φαλός =λευκός, λαμπρός) είναι ο φαλακρός στο μέτωπο, ο φαλαντίας. Ίσως, το όνομα να αναφερόταν στην αρχή στο όρος Φάλανθος, το οποίο ήταν γυμνό, φαλακρό και κατόπιν να ονομάστηκε και η περιοχή.

Ο Αθανάσιος Βερτσέτης (Η Φάλανθος - « Πελοποννησιακά» τ.ΙΗ΄1989-90, σελ.170) γράφει: «Τη σημασία και την ετυμολογία του ονόματος δίνει αναλυτικά ο γραμματικός Φρύνιχος, Αττικιστής, συγγραφέας επί Μάρκου Αυρηλίου: Φάλανθος ο αναφαλανθίας, ο ουδέπω μεν φαλακρός, υπό δε της ουλότητος των τριχών, το μέτωπο μείζον αναφαίνων, είρηται δε από του φαλού όπερ εστί το λάμπρυσμα» (Σοφιστική Προπαρασκευή, εκδ. Joannes de Borries, σ. 124). Επομένως φάλανθος είναι κατά το βρέγμα φαλακρός. (Βρέγμα είναι το πρόσθιο και άνω του μετώπουμέρος του κρανίου).


Σύντομη ιστορική αναδρομή


Φωτεινός, λοιπόν, τόπος ο Φάλανθος και με βαθιές ρίζες στο παρελθόν, όπου άκμασαν πόλεις όπως η Μαίναλος, η Λυκόα, η Σουμητία, Τρίοδοι, Ανεμώσα, Ελισσών και η ιστορική Δίπαια κοντά στην Πιάνα, όπου το 469 π.Χ. έγινε η γνωστή μάχη, κατά την οποία οι Λακεδαιμόνιοι νίκησαν τους Αρκάδες όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος: «…Η νίκη στη Δίπαια εναντίον όλων των Αρκάδων εκτός των Μαντιναίων…» (Ιστοριών Ηροδότου Ι ,35). Από την Δίπαια καταγόταν και ο ολυμπιονίκης Γνάθων (440; π.Χ.) .

Από τη Μαίναλο ολυμπιονίκες ήταν ο Εφουδίων, οΑνδροσθένης, νικητής στο παγκράτιο (πάλη και πυγμαχία), ο Ευθυμένης, νικητής στην πάλη, καθώς και οΞενοκλής, τουοποίου ο ανδριάντας ήταν στημένος στην Ολυμπία. Μαινάλιος ήταν επίσης και οΝικόδαμος, γλύπτης, ο οποίος φιλοτέχνησε τον ανδριάντα του πυγμάχου Δαξεμενίδα. Από αυτά που αναφέραμε για τον Φάλανθο κατανοεί κανείς πόσο άκμαζε κατά την αρχαιότητα η περιοχή αυτή.

Αρχίζει όμως να παρακμάζει μετά το 371 π.Χ., όταν ο Θηβαίος Επαμεινώνδας, μετά τη νίκη του στα Λεύκτρα της Βοιωτίας κατά των Λακεδαιμονίων, άρχισε να χτίζει τη Μεγαλόπολη, οπότε με την πειθώ ή και την πίεση ανάγκασε τους κατοίκους των πόλεων του Φαλάνθου να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να συγκεντρωθούν στη νέα Μεγάλη Πόλη.

Τα γεγονότα που ακολούθησαν και η Ρωμαϊκή κατάκτηση της Ελλάδας μετά το 146 π.Χ. ήταν η αιτία να ρημάξει και ο Φάλανθος. Ο Στράβων (66 π.Χ.-24 μ.Χ.) γράφει σχετικά (VIII , 8, 388): «Δια την της χώρας παντελή κάκωσιν ουκ αν προσήκει μακρολογείν περί αυτών. Αι τε γαρ πόλεις υπό των συνεχών πολέμων ηφανίσθησαν ένδοξοι γενόμεναι πρότερον, την τε χώραν οι γεωργήσαντες εκλελοίπασιν εξ εκείνων έτι των χρόνων, εξ ων εις την Μεγάλην Πόλιν αι πλείσται συνωκίσθησαν.»

Η περιοχή, όπως και όλη η χώρα, δοκιμάζεται σκληρά από τις επιδρομές των Γότθων τον 14ο αι. μ.Χ., τις επιδρομές των Σλάβων τον 7ο και 8ο αι., των Φράγκων, και των Αλβανών τον 14ο αι. Αλλά οι κάτοικοι δοκιμάζονται και από επιδημίες, όπως κυρίως, από τον λοιμό, την πανώλη του 1347-48, που στοίχισε τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων στην Ευρώπη, και στην Πελοπόννησο δημιούργησε μεγάλο δημογραφικό πρόβλημα και έλλειψη εργατικών χεριών. Το πρόβλημα προσπάθησε να λύσει ο Δεσπότης του Μυστρά Μανουήλ Παλαιολόγος (1348-1380), ο οποίος και με την άδεια του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης επέτρεψε να έρθουν στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο δέκα χιλιάδες περίπου Αλβανοί με τις οικογένειές τους. Πολλοί κυρίως γεωργοί και ποιμένες, εγκαταστάθηκαν και στην ορεινή Αρκαδία. Έτσι, άρχισε πάλι και ο Φάλανθος να αποκτά ζωή. Οι ξένοι αυτοί εκχριστιανίστηκαν, εξελληνίστηκαν και σιγά σιγά αφομοιώθηκαν.


Ο   Φ ά λ α ν θ ο ς   π ρ ι ν   α π ό   τ η ν   Ε π α ν ά σ τ α σ η   τ ο υ   1 8 2 1


Είναι γνωστό ότι στα χωριά του Φαλάνθου (Λιμποβίσι, Αρκουδόρεμα, Πιάνα, Αλωνίσταινα, Χρυσοβίτσι, Μαντέϊκα, Ροεινό, Δαβιές, Τσελεπάκου, Ζαράκοβα - Μαίναλο, Σιλίμνα - άλλοτεανήκαν στον Δήμοτα Λυκόχια και ο Καρδαράς), ήταν τα Κολοκοτρωνέικα λημέρια. Τα χωριά αυτά αναγνωρίστηκαν ως Δήμος Φαλάνθου το 1840. Εδώ υπήρξε, κατά την τελευταίακυρίως περίοδο της Τουρκοκρατίας, ένοπλη αντίσταση κατά των Τούρκων. Τα βουνά της Αρκαδίας προσφέρονταν για καταφύγιο των κλεφτών. Όπως γράφει ο Τάσος Γριτσόπουλος (Τα χωριά του Φαλάνθου σ. 169): «Η παραμαινάλιος περιοχή ανέδειξε ιδικούς της Κλέφτες, περιέθαλψε Κλέφτες γειτονικών διαμερισμάτων και ανεδείχθη χώρος αναπτύξεως Κλεφταρματολισμού…». Πολλοί νέοι αρνούνταν «να είναι σκλάβοι των Τούρκων, κοπέλια των γερόντων», ενώ Δημοτικά τραγούδια ύμνησαν την Κλεφτουριά:

«Τούρκους εγώ δεν σκιάζομαι, πασάδες δεν φοβούμαι

πασά μου έχω το σπαθί, βεζίρη το ντουφέκι…»

Τα βουνά του Φαλάνθου εξέθρεψαν ένα φιλελεύθερο και ανυπότακτο πνεύμα. Οι βουνίσιοι αυτοί άνθρωποι δεν αισθάνονταν άμεσα τον καταθλιπτικό τουρκικό ζυγό.

Οι κλέφτες διανυκτέρευαν κάποιες φορές και στα σπίτια τους και σε σπίτια συγγενών και φίλων. Στον Φάλανθο εκτός των Κολοκοτρωναίων γνωστοί ήταν και ο Ιωάννης Μαντάς από το Αρκουδόρεμα, που σκοτώθηκε το 1740, ο Κωνσταντής Λυκογιάννης από το Αρκουδόρεμα και άλλοι. Διασημότερος ήταν ο Κωνσταντής, ο πατέρας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο Κανέλλος Δεληγιάννης τους Κλέφτες ονομάζει ληστές. Ο Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματά του λέει, ότι: «... Το Κλέφτης ήτον καύχημα… η ευχή των Πατέρων ενός παιδιού ήτον να γίνει Κλέφτης. Το Κλέφτης εβγήκε από την εξουσία…»

Οι Τούρκοι και οι κοτσαμπάσηδες, για να αντιμετωπίσουν τους κλέφτες, δημιούργησαν τον θεσμό του Αρματολού και του Κάπου. Πολλές φορές οι ρόλοι Αρματολού- Κλέφτη εναλλάσσονταν. Και ο Κωνσταντής αλλά και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης υπήρξαν Αρματολοί. Λέει ο ίδιος για τον εαυτό του: « Αρματολός και Κλέφτης αλληλοδιαδόχως χρόνια 5». Στους κλέφτες υπήρχε ιεραρχία, ανάλογα με την αξία και την ανδρεία τους. Όπως γράφει ο Κολοκοτρώνης: «Οι πρώτοι αξιωματικοί εγίνοντο δια την ανδρεία των ή δια την φρόνησίν των. Ο μισθός των όταν ήσαν αρματολοί, το μοίρασμα των λαφύρων όταν ήσαν Κλέπται. Εδίδοντο και βραβεία εις τους αριστεύοντας. Όταν έσφαλλον ήτον το κόψιμον των μαλλιών, το ξαρμάτωμα. Σέβας προς τας γυναίκας, έδιωχναν όποιον ήθελε βιάσει καμιά γυναίκα…»

Οι Κλέφτες βρίσκονταν σε διαρκή πόλεμο με τους Τούρκους. «Εστεκόμαστε πάντα με το τουφέκι», λέει ο ίδιος. Μοναστήρια τούς βοηθούσαν, οι γεωργοί και οι ποιμένες τούς ειδοποιούσαν, όταν εμφανίζονταν Τούρκοι. Η ορεινή Αρκαδία διακρίθηκε για το ακμαίο εθνικό και αγωνιστικό της φρόνημα και την αδούλωτη ψυχή της. Ο Φωτάκος γράφει: «Η αδελφότης των κλεπτών ήτο σποραδική, ευρίσκετο δε εις τόπους ορεινούς… η κλεφτουριά φουντώνει κάθε μέρα. Τα Αρκαδικά βουνά ήταν τα λημέρια των Φαλάνθιων Κλεφτών.» Γνωστό το ποίημα του Γεράσιμου Άννινου:

Τ' Αρκαδικά βουνά

Εδώ η καρδιά η ελληνικιά

κι ολόρθο εδώ το γένος,

τα σίδερά τους σύντριψαν

κι εσάλπισαν τρανά:

Εδώ, απ' το αίμα το εχθρικό

Ελλάδα, πάρε σθένος

Και στάσου εδώ περήφανη

Στ΄ αρκαδικά βουνά …

Αρματολοί και Κλέφτες


Ο Βλαχογιάννης, στο βιβλίο του για τους Κλέφτες, σημειώνει: «…Σε χώρες ορεινές η τουρκική αρχή δείχτηκε ανίκανη να υποτάξει τους ανυπότακτους και εδώ και εκεί αναγκάστηκε να συμβιβαστεί. Η πολυχρόνια ζωή των αποκηρυγμένων κακοποιών, που δεν διατρέχανε πολλούς κινδύνους από την εξουσία, γιατί τους βοηθούσε η κακοτοπιά, τ΄ απάτητα βουνά, οι κρυψώνες των βάλτων, μόρφωσε σιγά σιγά συστηματική τάξη ανθρώπων των αρμάτων…» (Κλέφτες, σ. 13).

Ο Φωτάκος γράφει σχετικά: «... Ο αδύνατος ραγιάς δεν εύρισκεν αλλού υπεράσπισιν παρά μόνον εις τον ομόθρησκόν του Κλέπτην, όστις εκαιροφυλάκτει και εσκόπευε ανηλεώς όχι μόνον τον αδικήσαντα Τούρκον αλλά και τους συγγενείς του και εν γένει τους ομοθρήσκους του. Αι εκδικήσεις αύται των Κλεπτών κατά των Τούρκων διεδίδοντο, ότι δηλ. ο δείνα Τούρκος έπραξε το δείνα κακόν εις τον δείνα χριστιανόν και ετιμωρήθη από τους Κλέπτας και τοιουτοτρόπως ο φόβος της εκδικήσεως εχρησίμευεν εις περιστολήν των αδικιών και των καταχρήσεων, διότι οι Τούρκοι επεριωρίσθησαν εις τας πόλεις και δεν εγύριζαν πλέον ως συνήθιζαν πρότερον εις τα χωρία και τα μοναστήρια δια να τρέφωνται, διότι οι Κλέπται τους εσκότωναν...

Οι Κλέπταιέζων και ευρίσκοντο επάνω εις τα όρη και εις τα δάση και όσοι των ραγιάδων εκαπνίζοντο από το αίσθημα της ελευθερίας τούς ηκολούθουν. Όσοι πάλιν ή από βίαν γενομένην επίτηδες ή και εκ της τύχης εις αυτούς ή άλλως πως εφόνευσαν Τούρκον ή κατά τις περιστάσεις και χριστιανόν, και αυτοί εκεί εις το σώμα των Κλεπτών εύρισκον καταφύγιον, ενίοτε δε και Τούρκοι κυνηγούμενοι ως κακούργοι από την εξουσίαν και αυτοί κατέφευγαν και έζων τον βίον των ως Κλέπται και ήσαν πιστοί σύντροφοι των άλλων Κλεπτών και ακωλύτως έπρατταν τα της θρησκείας των. Το σύστημα τούτο ενίσχυε και προετοίμαζε το αίσθημα της ελευθερίας, ήτο η παρακαταθήκη του εθνισμού και η ζύμη και απ' αυτό διεδίδοντο εις τον υποδουλωμένον λαόν το αίσθημα και οι ελπίδες της ελευθερίας και της υπάρξεως ζωής απαραβιάστου. Εκ των κλεπτών τούτων ένας ήτο και ο πατέρας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, διότι η γενεά του όλη παλαιόθεν ήσαν Κλέπται…».

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Απόστολος Βακαλόπουλος γράφει: «Οι Κλέφτες συνήθιζαν να αποφεύγουν τις συμπλοκές σε πεδιάδες, όπου θα είχαν να αντιμετωπίσουν όχι μόνο τους πολλαπλάσιους εχθρούς αλλά και το ιππικό τους. Καιροφυλακτούσαν και αιφνιδίαζαν τον εχθρό σε ορεινά μέρη… οι ανυπότακτοι εκείνοι άνδρες έγιναν ινδάλματα... τα ξακουστά κλέφτικα τραγούδια με τον αρρενωπό τόνο τους ανακούφιζαν την τραυματισμένη καρδιά του σκλάβου, σκόρπιζαν τον ενθουσιασμό…» (Η πορεία του Γένους, Αθήνα 1966)

Αρματολοί και Κλέφτες


Ο Νους και η ψυχή του αγώνα. Ο Φαλάνθιος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (1770-1843)


Πατέρας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ήταν ο Κωνσταντής, Λιμποβισιώτης, καιμητέρα του η Αλωνιστιώτισσα Ζαμπία, το γένος Κωτσάκη. Όμως, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, όπως γράφει ο καθηγητής Νίκος Βέης, «δεν εγεννήθη εν τω τόπω των πατέρων του, ήτοι εν τω χωρίω Λιμποβίσι του τέως Δήμου Φαλάνθου, αλλά κατ' ιδίαν ομολογίαν «εις ένα βουνό, εις ένα δένδρο από κάτω εις την παλαιάν Μεσσηνίαν ονομαζόμενον Ραμαβούνι»».

Ο Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματά του λέει: «Εγεννήθηκα εις τα 1770. Απριλίου 3, εις ένα δένδρο από κάτω…». Οι ραγιάδες πλήρωσαν πάλι την αποτυχημένη εκείνη εξέγερση στα 1769 - 70, στα γνωστά Ορλωφικά. Σφαγές, φωτιές, διώξεις. Μέσα σ' αυτό το κλίμα γεννήθηκε ο Γέρος του Μοριά.

Ο Σπύρος Μελάς περιγράφει τη γέννησή του στο βιβλίο του «Ο Γέρος του Μοριά»:

« Με την σφαγή και την φωτιά στην Τρίπολη, τρόμος έκοψε απότομα τους ραγιάδες που είχαν ξεθαρρέψει για μια στιγμή. Γενική έξοδος των πληθυσμών για τα δάση και τα βουνά. Η «καπετάνισσα», η μάνα του Κολοκοτρώνη με την θηλιά στο στόμα- ήταν ετοιμόγεννη-ακολουθούσε το ρέμα της φευγάλας. Μαύρο μεγαλοβδόμαδο. Την ημέρα κρυβόντουσαν, άκουγαν με λαχτάρα τον αντίλαλο του κυνηγητού, τις μακρινές ντουφεκιές, τα ξεφωνητά. Και την νύχτα, σαν τ' αγρίμια, περπατούσαν από μονοπάτια και γιδόστρατες, σκίζανε λόγκους, περνούσαν ποτάμια, γλιστρούσαν από γκρεμούς. Οι άντρες είχαν τα γρόσια κι ό,τι άλλο πολύτιμο στο κόρφο τους κι οι γυναίκες πρόσεχαν τα μικρά να μην φωνάξουν και προδώσουν το καραβάνι. Πού πήγαιναν; Τα δάση της Αλωνίσταινας, κοντά στην Τρίπολη, δεν μπορούσαν να τους βαστάξουν.

»Από την μεγάλη λάκκα της Πιάνας και τα μέρη της Μεγαλόπολης περάσανε το Διάσελο και κατηφόρισαν στον κάμπο της Μεσσηνίας. Φτάσανε ανάμεσα Μελιγαλά και Διαβολίτσι, στην Μπούγα, κατά το ποτάμι. Νύχτα ξαναπήραν τον δρόμο. Σκαρφάλωναν σε μια πλαγιά, στο Ραμαβούνι. Οι ψηλές βελανιδιές, ίσκιοι γιγάντων θεόρατοι, αγρυπνούσαν κάτω απ' την αστροφεγγιά. Η καπετάνισσα πονούσε. Άλλες γυναίκες την βαστούσαν στ' ανηφόρι, της δίνανε καρδιά. Ξημέρωνε Δευτέρα της Λαμπρής. Η γυναίκα δεν κρατούσε πια. Της στρώσανε χαμόκλαδα, μιαν αντρομίδα, κάτω από ένα δέντρο, και την βάστηξαν να γεννήσει. Το γιο της τον βάφτισαν Θεόδωρο. Αυτό το όνομα είναι καινούργιο στην γενιά του. Κανένας από τους Κολοκοτρωναίους δεν το είχε. Ήταν το όνομα της μόδας, ενός από τους αδερφούς Ορλώφ. (Θεόδωρος, Αλέξιος, Γρηγόριος). Τον βάφτισε ο Γιαννάκης Παλαμίδης, πατέρας του Ρήγα Παλαμίδη».

Βαφτίστηκε στον Αγιάννη Λιμποβισίου. Το 1780 σκοτώθηκε ο πατέρας του. Τα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια τα πέρασε στην Αλωνίσταινα.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ζωγραφικό έργο εκ του φυσικού από τον Ρώσσο ζωγράφο και ακαδημαϊκό Κ. Π. Μπριουλόφ (1835)


Ο Μιχ. Οικονόμου (Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας) γράφει: «Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αναγνωριζόμενος από τους φίλους του κατά το 1780 φονευθέντος πατρός του, ως υιός διασήμου αρματολού καπετάνου, και ακολουθούμενος από τον αδελφόν του Γιάννη (Ζορμπά) πολλούς εξαδέλφους του και άλλους συγγενείς, σχεδόν παιδιόθεν, διέμενεν οτέ μεν ες Άκοβον των Σιαμπάζικων της επαρχίας Λεονταρίου, οτέ δε εις Αλωνίσταιναν ή Λιμποβίσι…»

Ο Μ. Οικονόμου διηγείται και το εξής περιστατικό, όταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν μικρός στην Αλωνίσταινα:

«ΕξΑλωνισταίνης εν τη μικρά του ηλικία σταλείς εις Τρίπολιν από την μητέρα του να πωλήσει ξύλα, συνοδευόμενος με άλλους, ως δε ζωηρός, υπερήφανος και ανησύχως διερχόμενος την οδόν, συνεκίνησε την περιέργεια Τούρκου, όστις δια τούτο ερράπισεν αυτόν προς σωφρονισμόν. Διό ουδέποτε πλέον εισήλθεν, ειμή μετά την αυτής άλωσιν.» (ανησύχως διερχόμενος: Λέγεται ότι «έβρεχε και λέρωσε τον Τούρκο…»)

Το 1785, δεκαπενταετής, διορίστηκε καππόμπασης - κλεφταρματολός στην επαρχία Λεονταρίου και το 1790 νυμφεύτηκε την Αικατερίνη Καρούσου από τον Άκοβο. «Έγινα είκοσι χρονών. Υπανδρεύτηκα και επήρα ενός πρώτου προεστού του Λεονταριού, τον οποίον τον χάλασε ένας Πασάςεις το Ανάπλι. Έχτισα σπίτια, επήρα προικιό ελιές, αμπέλι, έγινα νοικοκύρης, εφύλαγα και το βιλαέτι. Εστεκόμαστε πάντοτε με το τουφέκι…», λέει ο ίδιος στα Απομνημονεύματά του.

Το 1802 με τουρκικό φιρμάνι διατάσσεται η εξόντωση του Κολοκοτρώνη. Το 1806, με τον μεγάλο διωγμό των Κλεφτών και τον αφορισμό του από τον Πατριάρχη, κατέφυγε οικογενειακώς στη Ζάκυνθο. Διηγείται ο Κολοκοτρώνης: «Τότε κάμνει ένα φιρμάνι ο Σουλτάνος να σκοτώσουν τους Κλέφτας, αφοριστικό έρχεται του Πατριάρχου, δια να σηκωθεί όλος ο λαός, Τούρκοι και Ρωμαίοι, κατά των Κολοκοτρωναίων . Τον Αύγουστο επήγα εις Ζάκυνθον». Ο Κολοκοτρώνης έχει πει προηγουμένως ότι ο Σουλτάνος «είχε την ιδέα να κόψει τον λαόν», ο Πατριάρχης, όμως, του λέει: «Τι πταίει ο λαός; Να σκοτώσωμεν τους πρωταίτιους, τους κακούς…». Όπως καταλαβαίνουμε, ο αφορισμός ήταν πράξη σκοπιμότητας.


Η συνέχεια του άρθρου του Αθανασίου Κυριαζόπουλου: «Φάλανθος: Ο ακλόνητος «θρόνος» του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη», στο Δεύτερο Μέρος


Φάλανθος: Ο ακλόνητος «θρόνος» του Θεόδωρου Κολοκο...
«Το Ελληνικό θέατρο συνέβαλε στην ψυχολογική προετ...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://1821.intownpost.com/

Διαβάστηκαν από άλλους χρήστες

200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης
Ο υπουργός εξωτερικών της Αγγλίας, ο Ιρλανδός Ρόμπερτ Στιούαρτ, υποκόμης του Κάσλρεϊ και ο υπουργός εξωτερικών της Αυστρίας, Κλέμενς φον Μέτερνιχ το 1821 ρώτησαν τον Καποδίστρια: «Ποιὸ είναι τὸ Ελληνι...
200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης
Π ρ ό λ ο γ ο ς  Διάγουμε το έτος 2021 και εφέτος συμπληρώνονται διακόσια χρόνια από την Επανάσταση τού 1821, όταν, σύσσωμο το Ελληνικό Εθνος, προετοιμασμένο οργανωτικά από την «Φιλική Εταιρεία»,...
200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης
Διαβάστε εδώ το Α΄Μέρος Οι Αλβανοί σύμμαχοί του, απέδιδαν στόν Μάρκο Μπότσαρη πρωτοφανή σεβασμό και εκτίμηση και δέν αμφισβητούσαν τήν πρωτοκαθεδρία του στις κοινές, πολεμικές επιχειρήσεις τους κατά τ...