Tο διάβασαν 61 άτομα (61 Views)

Φάλανθος: Ο ακλόνητος «θρόνος» του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη (Μέρος Β΄)

KOLOK001-ITP1821EXON002

Διαβάστε το (Α' Μέρος) του άρθρου


Μέχρι τον Γενάρη του 1821, που ζούσε στη Ζάκυνθο ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, υπηρέτησε ως ταγματάρχης- μαγγιόρος στους Άγγλους και αργότερα ως Κουρσάρος, νοσταλγώντας τα μέρη του. Είναι γνωστό το δημοτικό τραγούδι :

«Ο Θοδωράκης κάθεται στη Ζάκυνθο στο κάστρο.

Κι από μακριά θ' αγνάντευε κι από μακριά τηράει.

Βγάζει το κιάλι και τηράει και το Μοριά αγναντεύει…

Βλέπει την Αλωνίσταινα, βλέπει τα πέντ' αλώνια.

Βλέπει και τ' Αρκουδόρεμα το δόλιο Λιμποβίσι.

Βλέπει της Πιάνας τα βουνά, τα κλέφτικα λημέρια.

Και του 'ρθε σαν παράπονο και κάθεται και κλαίει…»

Πριν φύγει από τη Ζάκυνθο είχε στείλει μηνύματα για προετοιμασία του αγώνα. Στον Φάλανθο το μήνυμα πήρε ο Αλωνιστιώτης Γεώργιος Δημητρακόπουλος. Στις 6 Ιανουαρίου έφτασε ο Κολοκοτρώνης στην Καρδαμύλλη, στο σπίτι του φίλου του Παναγιώτη Μούρτζινου, ο οποίος είχε δύναμη στους Μανιάτες. «Από τας 6 έως τας 22 Μαρτίου», λέει ο ίδιος, «επροσπάθησα, ενέργησα εις την Μάνην να ενώσωμεν διάφορα σπίτια μανιάτικα χωρισμένα κατά την συνήθειάν τους, και τους ενώσαμεν, τους αδερφώσαμεν». Ενημέρωσε και άλλους Πελοποννήσιους, ότι «την ημέρα του Ευαγγελισμού να είναι έτοιμοι…».

Γνωστά τα γεγονότα στη συνέχεια. Στις 23 Μαρτίου με τους Μούρτζινο, Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και άλλους, κατέλαβαν την Καλαμάτα. Σιγά σιγά ξεσηκώνονταν και άλλοι στην Πελοπόννησο και όχι μόνο.«Εγώ δεν έλειψα να κάνω μια προσταγή: Όποιο χωριό δεν ήθελε να ακολουθήσει την φωνή της Πατρίδος, τσεκούρι και φωτιά!». Οι Τούρκοι τρομοκρατημένοι προσπαθούν να κλειστούν για ασφάλεια στο κάστρο της Καρύταινας και στην Τριπολιτσά.

Μετά την πρώτη μάχη και σημαντική νίκη στον Άγιο Αθανάσιο, στον Αλφειό, στις 27 Μαρτίου 1821, και την αποτυχία της πολιορκίας της Καρύταινας, συγκεντρώθηκαν οι καπεταναίοι στη Στεμνίτσα. Στις 2 Απριλίου οι Έλληνες οπλαρχηγοί βρίσκονται στο Χρυσοβίτσι για να συζητήσουν. Ο Κολοκοτρώνης επιμένει να πολιορκήσουν την Τριπολιτσά. Οι υπόλοιποι όμως διαφωνούν και αναχωρούν για την περιοχή του Λεονταρίου να συγκεντρώσουν στράτευμα. Στις 28 Απριλίου 1821, στο Χρυσοβίτσι, ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ο Παναγιώτης Δημητρακόπουλος, ο Δημήτριος Πλαπούτας και άλλοι οπλαρχηγοί της επαρχίας Καρύταινας-(Γορτυνίας) αναγνωρίζουν ως αρχιστράτηγο τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. «Την σήμερον όλον το γένος της επαρχίας Καρυταίνης αυτοθελήτως διορίζει αρχιστράτηγον και κεφαλήν των στρατευμάτων μας τον γενναιότατον και υπέρμαχον του γένους καπετάν Θεοδωράκην Κολοκοτρώνη, εις του οποίου τας οδηγίας και προσταγάς είμεθα εις χρέος να υπακούωμεν…» (Γενναίου Θ. Κολοκοτρώνη : Ελληνικά Υπομνήματα, 1856).

Είναι γνωστή έκτοτε η δράση του στον Αγώνα. Βαλτέτσι, Τριπολιτσά, Δερβενάκια και αλλού. Η περιπέτειά του στους εμφύλιους πολέμους, η φυλάκισή του, η δράση του κατά του Ιμπραήμ με τον κλεφτοπόλεμο, η στάση του δίπλα στον Καποδίστρια, η γνωστή δίκη του επί Αντιβασιλείας το 1834, η καταδίκη του σε θάνατο, η αμνήστευσή του το 1835 και ο θάνατός του στις 4 Φλεβάρη του 1843. Πέθανε φτωχός αλλά τιμημένος. «Προσεβλήθη καθ' ύπνον από αποπληξίαν περί τετάρτην ώραν της νυκτός. Αγράμματος μεν αλλά οξυδερκής, θυμόσοφος. Είχε τοιαύτην και τοσαύτην αυτήν ορθότητα πνεύματος, ευγλωττίαν, στρατηγικήν δεξιότηταν, πανουργίαν και γνώσιν των πραγμάτων και των προσώπων οία και όσα απητούντο , ίνα υπαγάγη τους Μοραΐτας του 1821 …», λέει ο Κ. Παπαρηγόπουλος.

Ο καθηγητής Παύλος Καρολίδης γράφει: «Ο Κολοκοτρώνης είναι ο μέγιστος και μεγαλοφυέστατος των πολεμάρχων του μεγάλου Ελληνικού Αγώνος». Ο Ιωάννης Φιλήμων λέει σχετικά: «Λεπτότης φρενών, ευσέβεια προς τον θεόν, θάρρος πατριωτικόν, πνεύμα στρατιωτικόν, γνώσις προσώπων και τόπων ακριβής… δραστηριότης και ευκινησία, χαρακτήρ πιστός... λιτότης... καρδία αγαθή... υπομονή και επιμονή…».

Πολλοί Έλληνες και ξένοι ιστορικοί είναι θαυμαστές του Κολοκοτρώνη. Είχε βέβαια και τους εχθρούς και επικριτές του, όπως συμβαίνει με όλες τις μεγάλες προσωπικότητες. Ως άνθρωπος έκανε και λάθη. «Αλλά Θεού το αναμάρτητον!» - έγραφε ο ίδιος σε επιστολή στον Γεώργιο Κουντουριώτη στις 30.12.1824. «Άνθρωπος είμαι, ενεπλέχθην εις σκευωρίας, ενέπεσα εις παγίδα, ηπατήθην, έδωσα λόγον τιμής, λόγον εμπιστοσύνης, τον οποίον, δια να φυλάξω, ηναγκάσθην να πράξω εναντία των νόμων του Έθνους, εναντία των συμφερόντων της πατρίδος, να πράξω όσα αποστρέφεται και αποδοκιμάζει η ψυχή μας… Έσφαλα και αναγνωρίζω τα λάθη μου. Γελάστηκα από τους κοτσαμπάσηδες του Μοριά....». «Ήτο ευαπάτητος και τον εγελούσε το μικρόν παιδίον» γράφει ο γραμματέας του Θ. Ρηγόπουλος.

«Όταν όλοι οι καλαμαράδες πελάγωναν ή οι σακαράκες τρώγονταν μεταξύ τους, ο Κολοκοτρώνης έβλεπε την απλούστερη, σωστότερη λύση. Μαλακός καλόκαρδος, όταν σύφερνε στον μεγάλο σκοπό, σκληρός και άγριος όταν έπρεπε. Σκληρός και άγριος προπάντων στον εαυτό του. Όταν έκανε τον κουρσάρο στα μαύρα καράβια, βρέθηκε κάποτε χωρίς καπνό. Άνοιξε το τσιμπούκι του, το έξυσε να βγάλει την καπνιά, να κάνει τσιγάρο. Μα τη στιγμή που πήγε να το καπνίσει, ντράπηκε. «Ορίστε άνθρωπος» μουρμούρισε με καταφρόνια στον εαυτό του, «Ορίστε άνθρωπος που θέλει να σώσει την πατρίδα και δεν μπορεί να σωθεί αυτός από μία τιποτένια συνήθεια, και πέταξε το τσιγάρο…» (Ν. Καζαντζάκης - Ταξιδεύοντας- Τρίπολη).


Η περικεφαλαία του Κολοκοτρώνη


«Όσοι ευτύχησαν να ίδωσιν τον ένδοξον αρχιστράτηγον Κολοκοτρώνη, ενθυμούνται βεβαίως ότι εις τας επισημοτέρας του βίου του περιστάσεις εσεμνύνετο φέρων πολεμικήν περικεφαλαίαν. Εάν δε ερρίπτετο εν βλέμμα επ' αυτής, ηθέλατε ίδη μιαν επιγραφήν, την λέξιν «είθε». Γνωρίζετε πότε εχαράχθη επί της περικεφαλαίας του ήρωος η αρχαϊκή αυτή ρήσις; Δεν εχαράχθη το 1821 ουδ' εις τας παραμονάς της ενδόξου ταύτης χρονολογίας. Εχαράχθη το 1808. Κατά την εποχήν εκείνηνο Στρατηγός ήτον ταγματάρχης- μαγγιόρος των αγγλικών όπλων εν Επτανήσω και είχεν διαταχθή να οργανώση δύο Συντάγματα εξ Ελλήνων πολεμιστών, ίνα συνδέση δε τους τότε μαχητάς της Ελλάδος με εν αίσθημα εθνικόν και δώση προς αυτούς το σύνθημα ενός μέλλοντος, έθηκεν επί της περικεφαλαίας αυτών την λέξιν είθε. Ήτοι, είθε φθάσοι (μακάρι να φτάσει) η μέρα, καθ' ην να αναγεννηθή η Ελλάς.» (Πρακτικά Βουλής. Περ. Ε΄ τ.19, 1857, σ. 1028).

Στα Αρκαδικά Νέα, Ιανουάριος 2021, ο φιλόλογος Αντώνιος Αντωνάκος δημοσίευσε ένα κείμενο με θέμα: «Γιατί ο Κολοκοτρώνης φορούσε περικεφαλαία;».Μεταξύ των άλλων γράφει: «Κάποτε, κατά τη διάρκεια του Αγώνα, ο Γερμανός περιηγητής Γκέρμπενιτς ρώτησε τον Κολοκοτρώνη να του πει γιατί φοράει τη γνωστήμας περικεφαλαία, αυτή με την οποία τον βλέπουμε και σε όλες τις εικόνες του, που έχουν μέχρι σήμερα διασωθεί. Ο ξένος επισκέπτης ήταν περίεργος να μάθει τον λόγο για τον οποίο ο Κολοκοτρώνης δεν φορούσε το φέσι, που συνήθιζαν τότε να φορούν όλοι οι αγωνιστές. Ο Κολοκοτρώνης απάντησε: «Το είδες καλά το φέσι αυτό; Είναι χιλιοτσακισμένο από τα χτυπήματα και είναι και χαμηλότερο από το στητό και ψηλό τούρκικο, για να θυμίζει ότι ο Έλληνας είναι ραγιάς και όχι αφέντης και ότι βρίσκεται χαμηλότερα από τον Τούρκο. Ενώ η σκληρή και ατσάκιστη αυτή περικεφαλαία είναι αυτή που φορούσε ο Μιλτιάδης στον Μαραθώνα και ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες. Δεν τσακίζει και όποιος επιχειρήσει να την τσακίσει, το χέρι του χαλά! Η Επανάστασή μας έχει σαν τελικό σκοπό να βγάλει από την ψυχή του Έλληνα τον δούλο ραγιά και να τον ξανακάνει Έλληνα».

Ο Γεώργιος Τερτσέτης γράφει: «Αγαπούσεν να φορεί περικεφαλαίαν ως σημείον αρχαίου ελληνισμού. Την εφόρει και εις τα αποβατήρια του βασιλέως εις Ναύπλιονκαι ήτο ο μόνος με την περικεφαλαίαν του. Δεν μετεμορφώθη όμως από Θεόδωρον εις Σόλωνα ή Επαμεινώνδα. Είχεν αρκετόν νουν και πατριωτισμόν, δια να μη στέρξη εις την μεταμόρφωσιν, είχε και υπόληψιν εις το βάπτισμά του». (Ρητά του Γέρου Κολοκοτρώνη 1846)

Ο Γέρος του Μοριά με περικεφαλαία- Έργο του Διονύσιου Τσόκου


 Τα γεγονότα στον Φάλανθο το 1821


Τα πρώτα στρατόπεδα στην Πιάνα και Χρυσοβίτσι


Εδώ πάνω στα Αρκαδικά βουνά, στα Τρίκορφα, στο Μαίναλο, οι Αρκάδες θύμισαν τα κατορθώματα των προγόνων τους, ακούστηκε και πάλι το: «ίτε Παίδες Ελλήνων… ελευθερούτε πατρίδα». Ο Κολοκοτρώνης υπογράφει με τον Παπαφλέσσα στις 23 Μαρτίου 1821 μία φλογερή προκήρυξη προς τους Αρκάδες:

«Αδελφοί κάτοικοι της Αρκαδίας! Η ώρα έφτασε, το στάδιο της δόξης και της ελευθερίας ηνοίχθη, τα πάντα ιδικά μας και ο Θεός του παντός μεθ' ημών έσεται. Μην πτοηθήτε εις το παραμικρό. Σεις είσθε ατρόμητοι και των προγόνων μας απόγονοι...».

Μετά τα γεγονότα στην Καλαμάτα στις 23 Μαρτίου, ο Κολοκοτρώνης συμβάλλει αποφασιστικά στην πρώτη νικηφόρα μάχη του Αγώνα στον Άγιο Αθανάσιο, στη γέφυρα Ρουφιά στον Αλφειό ποταμό, στις 29 Μαρτίου. Όσοι Τούρκοι σώθηκαν στη μάχη αυτή μπήκαν στο Κάστρο της Καρύταινας και οι Έλληνες τους πολιόρκησαν, αλλά απέτυχαν να καταλάβουν την Καρύταινα. Μετά την αποτυχία της πολιορκίας της Καρύταινας ο Κολοκοτρώνης πήγε στην Στεμνίτσα μαζί με άλλους καπεταναίους. Από κει έρχεται στο Χρυσοβίτσι. Έρχεται στα γνωστά του λημέρια. Τα χωριά του Φαλάνθου αποτελούν τον πρώτο, κυρίως, καιρό το κέντρο της δράσης του. «Στον ιστορικό χώρο λοιπόν του Φαλάνθου αρχές Απριλίου παιζόταν η μοίρα της Ελλάδος κατά τις δύσκολες ώρες του μεγάλου απελευθερωτικού κινήματος του έθνους», λέει ο Τάσος Γριτσόπουλος (Τα χωριά του Φαλάνθου , σ. 221).

Το σχέδιο του Κολοκοτρώνη ήταν να χτυπήσουν την καρδιά των Τούρκων που ήταν η Τριπολιτσά. Οι υπόλοιποι δεν συμφώνησαν: «Τι να κάνουμε εδώ. Να αναχωρήσουμε, να πάμε εις το Λιοντάρι να συνάξωμε στρατεύματα». Ο Κολοκοτρώνηςαπάντησε: «Δεν έρχομαι, κάθομαι εις τα βουνά που με γνωρίζουν τα πουλιά και με τρων καλύτερα, γειτονικά». Και συνεχίζει στα Απομνημονεύματά του: «Δεν είχα άνθρωπο εδικό μου, επαρχιώτη μου, ένα άλογο είχα. Ο Αναγνωσταράς, Μπεϊζαντές, Μπούρας πάνε στο Λεοντάρι, έμεινα μόνος μου με το άλογό μου εις Χρυσοβίτσι. Γυρίζει ο Φλέσσας και λέγει ενός παιδιού: « Μείνε μαζύ του μην τον φάνε τίποτες λύκοι». Έκατσα έως που εσκαπέτησαν με τα μπαϊράκια τους, απέ εκατέβηκα κάτου, ήτον μία Εκκλησία εις τον δρόμο ( η Παναγία στο Χρυσοβίτσι) και το καθισιό μου ήταν οπού έκλαιγα την Ελλάς: «Παναγία μου βοήθησε και τούτην τη φορά τους Έλληνας για να εμψυχωθούν!» και επήρα έναν δρόμο κατά την Πιάνα. Εις τον δρόμο απάντησα τον ξάδελφόν μου Αντώνιο του Αναστάση Κολοκοτρώνη με εφτά ανιψίδια μου, εγινήκαμε εννιά και το άλογό μου δέκα, εγώ ήμουν και χωρίς τουφέκι. Στην Πιάνα δεν ήτον κανείς, με λέγει ο Αντώνης Κολοκοτρώνης, εις την Αλωνίσταινα, -φευγάτοι. Έριξα εις την Αλωνίσταινα, με εγνώρισαν, εκατέβηκαν καμιά εικοσαριά, τους έκαμα όλους πεζοδρόμους. Έστειλα εις όλα τα χωριά να κάμω ορδί. Σε τρεις ημέραις έμασα 300 και έριξα το ορδί μου εις την Πιάνα, αγνάντια από την Τριπολιτσά τρεις ώραις. Τότενες τα χαρατσοχάρτια έμβαιναν εις την Τριπολιτσά και είπαν: «Ο Κολοκοτρώνης είναι με 300 εις την Πιάνα». Βγαίνουνε 400 Τούρκοι και μας εξημέρωσαν εκεί. Βλέποντας, έλεγα ότι οι Τούρκοι είναι ολίγοι, τους έβλεπα με το κιάλι, δεν το έδιδα σε κανέναν, τους παρηγορούσα. Έδωσαν μία φωτιά, ετσακίσανε οι δικοί μας, έμεινα μόνος μου με το άλογό μου οπίσω. Επήρα τον δρόμο της Αλωνίσταινας. Εις τον δρόμον ηύρα τον Νικολό τον Μπούκουρα αποσταμένον και τον έβαλα πισοκάπουλα. Ημείς την μια μεριά, οι Τούρκοι από την άλλην, επηγαίναμε εις την Αλωνίσταινα. Οι Αλωνιστιώταις ετουφέκαγαν από το ψήλωμα να μην μπουν οι Τούρκοι μέσα και εχασομέραγαν. Όντας επήγαινα με τον Μπούκουρα έλεγα: «Ελάτε σκυλομουρτάταις!» -ο Μπούκουρας έλεγε: «Μην τους πεισμώνης». Ο Κανέλλος Δεληγιάννης ήρχετο με 100 νομάτους, με φορτώματα εμβήκαν οι Τούρκοι, του πήραν τα φορτώματα…». Την Αλωνίσταινα την έκαψαν οι Τούρκοι τότε, 6 Απριλίου 1821, και διέλυσαν τα στρατόπεδα της Πιάνας και της Αλωνίσταινας.

Τα γεγονότα αυτά περιγράφει και ο Φωτάκος (Φώτης Χρυσανθόπουλος, από τα Μαγούλιανα), ο οποίος μεταξύ των άλλων λέει: «…Από Στεμνίτσαν ο Κολοκοτρώνης και οι λοιποί καπεταναίοι επήγαν εις το Χρυσοβίτσι και από εκεί οι Μεσσήνιοι, ο Αρχιμανδρίτης Φλέσσας και οι άλλοι τράβηξαν για το Λιοντάρι…». Είπαν και στον Κολοκοτρώνη να πάει μαζί τους αλλά αυτός, όπως είδαμε, αρνήθηκε. Ο Κολοκοτρώνης έκανε το σταυρό του στην εκκλησία στο Χρυσοβίτσι και τράβηξε για την Πιάνα, όπου κάλεσε από όλα τα γύρω μέρη και από το Διάσελο της Αλωνίσταινας να μαζευτούν όλοι οι στρατιώτες στην Πιάνα, όπου άρχισε να «συσταίνη στρατόπεδον και φροντιστήριον», και τους είπε ότι θα σχηματίσει τον Ιερό Λόχο. Αυτοί οι στρατιώτες, λέει ο Φωτάκος αποτέλεσαν τη σωματοφυλακή του. Οι Τούρκοι αφού έκαψαν την Αλωνίσταινα επιχείρησαν ανεπιτυχώς να περάσουν το Διάσελο.

«...Επειδή δε δεν ημπόρεσαν οι Τούρκοι να περάσουν το Διάσελον εγύρισαν οπίσω και επήγαν πάλιν εις την Τριπολιτσάν. Ο δε Κολοκοτρώνης, Κ. Δεληγιάννης και Β. Δημητρακόπουλος εκείθεν ετράβηξαν δια τον κάμπον της Καρύταινας και εκείθεν αυθημερόν ευρέθησαν εις το χωρίον Πάπαρι…». Μετά από τα γεγονότα αυτά ο Κολοκοτρώνης και οι άλλοι καπεταναίοι αποφάσισαν να πιάσουν το Βαλτέτσι. Ο Κολοκοτρώνης διηγείται:

«Το ένα στράτευμα, οπού ήμουν, εις το Χρυσοβίτσι είχε 800, και το μεν στράτευμα της Πιάνας, με τον Δ. Κολιόπουλο, με 700. Τον Κανέλλο Δεληγιάννη τον είχαμεν έφορον με άλλους τέσσερους, γιατί έβαλα εφορία να οικονομούν τα στρατεύματα. Την αυγήν οπού εκίνησαν οι Τούρκοι δια το Βαλτέτσι, οι βάρδιαις ήτον διανυκτός απερασμέναις εις ταις τοποθεσίαις. Εγώ κοιμόμουν εις το Βαλτέτσι, εγευμάτιζα εις την Πιάνα και εδείπναγα εις το Χρυσοβίτσι και επεριφερόμουν στα τρία ορδιά και έντεσα εκείνη την ημέρα να είμαι εις το Χρυσοβίτσι. Εις την Πάνω Χρέπα, απάνω από την Τριπολιτσά, είχαμε βάρδιαις και έδιναν είδηση, πόθεν πάνε οι Τούρκοι. Εκείνην την ημέρα μας έκαμαν σινιάλο, ότι οι Τούρκοι πάνε εις το Βαλτέτσι, εφθάσαμε και ημείς…»

Γνωστά τα γεγονότα τα σχετικά με τη νικηφόρα μάχη στο Βαλτέτσι στις 12-13 Μαΐου του 1821.

Η μάχη στην Πιάνα και τη Σιλίμνα 19 - 20 Απριλίου 1821.


Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός γράφει για μια μάχη που έγινε στην περιοχή μας στις 20 Απριλίου του 1821, λίγες μέρες πριν τη νίκη στο Βαλτέτσι:

«...Εν τοσούτω κατά τας 20 του Απριλίου τινές των Ελλήνων εκ του στρατοπέδου των Καρυτινών, τοποθετημένου εις την Πιάναν, υπήγαν εις τους Μύλους της Δαβιάς, όπου ευρόντες τινάς των Τούρκων αλέθοντας, τους εφόνευσαν και εχάλασαν τους μύλους. Τούτο μαθόντες οι εν τη Τριπολιτζά εχθροί, ώρμησαν πανστρατιά εναντίον των Ελλήνων. Τους επρόσμειναν οι Έλληνες με γενναιότητα και συνεκροτήθη ο πόλεμος εις το χωρίον Σίλιμναν. Μη δυνηθέντες δε οι εχθροί να διώξουν τους Έλληνας από τας θέσεις των, και φονευθέντες εξ αυτών υπέρ τους 20 ετράπησαν εις φυγήν, και τους κατεδίωξαν οι Έλληνες μέχρι των τειχών της πόλεως…».

Με 600 περίπου άνδρες ο Κανέλλος Δεληγιάννης στις 16 Απριλίου 1821 φτάνει στο Διάσελο της Αλωνίσταινας και σε συνεννόηση με τους Αλωνιστιώτες προκρίτους ζητά να συγκεντρωθούν στην Πιάνα όλα τα όπλα της επαρχίας. Τα γεγονότα περιγράφει ο ίδιος στα Απομνημονεύματά του: «Συγκεντρωθέντων , ως είρηται, εις την Πιάναν, εξήλθον κατά τας 19 Απριλίου υπέρ τας τρεις χιλιάδας Τούρκοι εκ Τριπολιτσάς πεζοί τε και ιππείς, δια να βάλουν το νερό της Πιάνας να αλέθουν δέκα καν δώδεκα μύλοι, οίτινες υπήρχαν έως την Ζαράκοβαν, με το να είχον έλλειψιν αλεύρου, καθότι το είχαμε κομμένον από τας 22 Μαρτίου. Άμα λοιπόν εφάνη η εμπροσθοφυλακή των εις την Ζαράκοβα, 9 π.μ. μας ειδοποίησαν αι σκοπιαί. Ητοιμάσθημεν αμέσως και ετρέξαμεν προς το μέρος των μύλων και διέταξα και κατέλαβον τας αναγκαίας θέσεις έκαστον στρατιωτικόν σώμα και φθάσας εκεί η εμπροσθοφυλακή των εχθρών συνεπλάκημεν και κτυπηθέντες έφτασε και το κέντρον και μετά δύο ωρών επιμονήν αμφοτέρων των διαμαχομένων μερών ήρχισαν οι Τούρκοι να υποχωρούν πολεμούντες. Διέταξα αμέσως προσβολήν κατά μέτωπον και τους ερρίφθημεν ατρομήτως και αυτοί δειλιάσαντες απεσύροντο υπερασπιζόμενοι από το ιππικόν και εμείς καταδιώκοντες αυτούς εφθάσαμεν αμφότεροι εις το χάνι της Σιλίμνας την 3 μ.μ.… Τότε έφθασεν επικουρία ο Ομέραγας του Μπίνπαση, εκ Τριπολιτζάς, ο περιβόητος και ανδρείος στρατάρχης εκείνος με επίλεκτους ιππείς και εξακόσιους ως έγγιστα πεζούς και η μάχη κατήντησε τότε σπουδαιοτέρα. Συγχρόνως έφθασαν εκ χωρίων Τριπολιτσάς και Καρυταίνης πεντακόσιοι προς ημάς επικουρία και η νίκη εφαίνετο αμφιρρεπής. Τότε ο στρατηγικός εκείνος άνδρας, θεωρήσας τα διάφορα οχυρώματά μας και τας τοποθεσίας, τας οποίας κατείχομεν ημείς, συσκεφθείς ολίγην ώρα απεφάσισε να προσβάλη δύο οχυρώματα εδικά μας, νομίσας αυτά αδυνατώτερα των άλλων, δια να επιφέρη την κρίσιν της νίκης. Τα οποία αυτά οχυρώματα κατείχαν το ένα ο Κορέλλας από το Αρκουδόρεμα κι ο Παπαδημήτρης από το Χρυσοβίτσι και ο Γεώργης Σπηλιόπουλος από Λαγκάδια με εκατόν ως έγγιστα μαχητάς, το δ' άλλο ο Σκουριασμένος και ο Δήμος από την Κερπινήν και ο Δράκος Δαβιώτης μ' άλλους τόσους σχεδόν. Απεφάσισε και παρέλαβε μεθ' εαυτού τριακοσίους επίλεκτους ιππείς και επτακοσίους σχεδόν πεζούς και ιππεύσας (ο Ομέραγας) ένα λευκόν αραβικόν ίππον ώρμησε κατά των δύο εκείνων προμαχώνων ποιήσας δύο τρεις ελιγμούς. Αλλ' οι ατρόμητοι αυτών μαχηταί αντέκρουσαν απτοήτως όλας τας προσβολάς του. Πλην εις την τρίτην προσβολήν κατά θείαν αρωγήν και ευδοκίαν βολή τις ελληνική εύρεν αυτόν, τον νέον Ηρακλέα του τουρκικού έθνους, εις το στήθος και εν ακαρεί έπεσεν νεκρός. Εις την στιγμήν εφώναξαν μετά χαράς και θάρρους όλοι οι Έλληνες άπαξ, δις και πολλάκις με αλαλαγμούς ότι «εφονεύθη ο Ομέραγας του Μπίνπαση!». Φρίκη και τρόμος κατέλαβε τους Τούρκους και ευθύς αρπάσαντες αυτόν και άλλους τριάκοντα σχεδόν μ' αυτόν φονευθέντας ετράπησαν εις άτακτον φυγήν. Ετρέξαμεν κατόπιν αυτών πυροβολούντες και φονεύοντες αυτούς έως τα Τρίκορφα, αντίκρυ της Τριπολιτσάς ότε μια ραγδαία βροχή και η νυξ τους διέσωσε και εισήλθον εις την Τριπολιτσάν απελπισμένοι. Ημείς δε υπεστρέψαμεν προ του μεσονυκτίου νικηταί εις την Πιάναν. Εις την μάχην αυτήν εφονεύθησαν υπέρ τους εκατόν και επληγώθησαν, αλλ' η νίκη αυτή απέλπισε τους Τούρκους, ιδίως δε διότι εφονεύθη ο μόνος στρατηγηματικός και εμπειροπόλεμος αυτών αρχηγός… Η νίκη αύτη ήτον η πρώτη δόξα των Καρυτινών όπλων ήτις ενέπνευσε πολύ θάρρος και μεγάλας ελπίδας (Καρύταινα θεωρούνταν όλη η Γορτυνία).

Πολλοί επίσης Τούρκοι τραυματίστηκαν, ενώ από τους Έλληνες τέσσερις σκοτώθηκαν και δύο τραυματίστηκαν. Ο Κολοκοτρώνης σε μία επιστολή του προς τους Υδραίους, μεταξύ των άλλων γράφει: «... Ο πόλεμος αυτός εστάθη πολλά πεισματικός. Εχαλάσαμε τους μύλους οπού άλεθαν».

Κατά την πολιορκία της Τριπολιτσάς τα στρατόπεδα της Πιάνας, του Χρυσοβιτσίου, της Ζαράκοβαςκαθώς και τα Ταμπούρια στα θρυλικά Τρίκορφα στη Σιλίμνα έπαιξαν σπουδαίο ρόλο για την άλωση της Τριπολιτσάς στις 23 Σεπτεμβρίου του 1821. Ήδη από τις 28 Απριλίου στο Χρυσοβίτσι είχαν αναγνωρίσει οι άλλοι οπλαρχηγοί τον Θ. Κολοκοτρώνη ως αρχιστράτηγο των ελληνικών στρατευμάτων. Ο Κολοκοτρώνης διηγείται: «Είχαμε φούρνο εθνικόν εις την Πιάνα, Αλωνίσταινα… Ο Κυριάκος Τζώλης εχάρισε 120 τραγιά εις το στρατόπεδο από τη Ζαράκοβα... Πρόβατα μας έφερναν πότε από τα 20, πότε από τα 30, τα 40, τα 50 το ένα και τα έδιναν με ευχαρίστησή τους… Είχαμε κόλια ( στρατονομία) και τα στελμένα εμάζωναν…». Γράφει ο Τάσος Γριτσόπουλος: «Στην Πιάνα ευρισκόταν το γραφείο γενικής αλληλογραφίας προς πάσαν κατεύθυνση. Στο Χρυσοβίτσι ο Κολοκοτρώνης είχε το ιδιαίτερό του γραφείο… Από 21 Μαΐου ο Κολοκοτρώνης κατέστησε τον ισχυρό πύργο της Zαράκοβας κεντρική αποθήκη των τροφών και των πολεμοφοδίων». (Τα χωριά του Φαλάνθου σ. 233).

Το Διάσελο της Αλωνίσταινας, όπως λέει στα Απομνημονεύματά του και ο Κανέλλος Δεληγιάννης, υπήρξε το προπύργιο της επαρχίας μας και το ισχυρότερο μέρος. Όλος ο Φάλανθος ήταν έτοιμος για τον αγώνα. «Αλωνιστιώται, Ροεινιώται, Ζαρακοβίται…» (Στ. Στεφανόπουλος- Απομνημονεύματα, σ.32). Τον Μάιο του 1821 ο Κολοκοτρώνης ενισχύει τα στρατόπεδα στην Πιάνα και το Χρυσοβίτσι και καθιστά τη Ζαράκοβα κέντρο ανεφοδιασμού της πολιορκίας της Τριπολιτσάς. Φτιάχνει ταμπούρια στα Τρίκορφα, καθιστώντας ασφυκτικό τον κλοιό γύρω γύρω από την Τριπολιτσά. Ο ίδιος προτείνει στο στρατόπεδο στα Τρίκορφα τον Δημήτριο Υψηλάντη ως αρχιστράτηγο. Ο Υψηλάντης αποδέχεται, όμως, θεωρεί τον Κολοκοτρώνη αρμόδιο για την πολιορκία της Τριπολιτσάς.

O Δημήτριος Υψηλάντης και o Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Η Συνέλευση της Ζαράκοβας Αύγουστος 1821


Στις δύσκολες στιγμές του αγώνα, όταν οι σχέσεις του λαού με τους κοτζαμπάσηδες δεν ήταν και οι καλύτερες, ο ρόλος του Κολοκοτρώνη ήταν ρόλος μεσολαβητή, συμβιβαστή για χάρη της εθνικής ενότητας. Σκοπός του υπέρτατος ήταν η απελευθέρωση της πατρίδας του, για την οποία η γενιά του είχε γίνει ολοκαύτωμα. Πάνω από 70 Κολοκοτρωναίοι είχαν προσφέρει τη ζωή τους, μεταξύ των οποίων ο πατέρας του Κωνσταντής το 1780, ο αδερφός του Γιάννης ( ο Ζορμπάς) το 1806, ο πρωτότοκος γιος του Πάνος το 1824 και πολλά ξαδέρφια του και μπαρμπάδες του. Είναι γνωστή η επέμβασή του στα Βέρβενα, όταν οι πρόκριτοι ανάγκασαν με τη στάση τους τον Δημήτριο Υψηλάντη, που είχε φτάσει εκεί τις 9 Ιουνίου 1821, ως εκπρόσωπος του αδελφού του Αλέξανδρου, να αναχωρήσει για την Καλαμάτα μέσω Μεγαλοπόλεως. Το εξαγριωμένο πλήθος στράφηκε κατά των προκρίτων, οι οποίοι έδιωξαν τον πρίγκιπα. Όπως γράφει ο Μιχάλης Οικονόμου: «συναχθέντες κραυγάζοντες και απειλούντες ώρμησαν να φονεύσουν τινάς εξ αυτών, ους απεκάλουν Τουρκοτζαμπάσηδας και Τουρκολάτρας…». Η επέμβαση του Κολοκοτρώνη έσωσε τους προκρίτους και έπεισε τον Υψηλάντη να επιστρέψει και να μεταβεί στα Τρίκορφα, όπου από τις 2 Ιουλίου εγκαταστάθηκε στο εκεί στρατόπεδο.

Την 1η Ιουλίου στα Τρίκορφα, είκοσι δυο οπλαρχηγοί αναγνώρισαν τον Υψηλάντη ως αρχιστράτηγο. Την ίδια εποχή οι άρχοντες εγκαταστάθηκαν στη Ζαράκοβα, για μία ειδική συνέλευση, συνέχεια τρόπον τινά της συνέλευσης στα Βέρβενα. Όπως γράφει ο Τάσος Γριτσόπουλος: «Η Συνέλευσις της Ζαράκοβας μετεβάλλετο σε παρωδία συνελεύσεως. Στην πραγματικότητα ήταν πολιτικό διαβούλιο προεστών Πελοποννήσου σε εντελώς ακατάλληλη στιγμή». Η Συνέλευση κράτησε τέσσερις ημέρες (Αύγουστος 1821). Ο Κολοκοτρώνης γράφει στα Απομνημονεύματά του: «...Εκείναις ταις ώρες εκάθοντο οι άρχοντές μας εις την Ζαράκοβα, δεν ενθυμούμαι τώρα τι τους εζήτησε ο Υψηλάντης οι άρχοντες δεν τον εδέχτησαν. Το στράτευμα σαν το άκουσε αυτό (βρισκόταν στα Τρίκορφα) απεφάσισε να υπάγη εις την Ζαράκοβα να τους σκοτώση... Οι άρχοντες δεν θέλουν να υπογράψουν εκείνο όπου ζητεί ο Υψηλάντης και μου ζητούσαν την γνώμη μου δια να τους σκοτώσουν…». Εκείνο που ζητούσε ο Υψηλάντης ήταν να ενεργεί ως αρχιστράτηγος χωρίς την ανάμειξη των προκρίτων. Η Συνέλευση της Ζαράκοβας πρότεινε στον Υψηλάντη να δεχτεί «να συμπράττει και να συναποφασίζει», με τους προκρίτους πάντα στη βάση της πλειοψηφίας. Με άλλα λόγια ζήτησαν οι πρόκριτοι να διοικούν μόνο οι μεγάλες οικογένειες της Πελοποννήσου. Ο Υψηλάντης απέρριψε την πρόταση αυτή.

Ο εξαγριωμένος όχλος απείλησε να σκοτώσει τους άρχοντες. Τότε για μία ακόμη φορά, όπως και στα Βέρβενα, επενέβη ο Κολοκοτρώνης και έσωσε τους άρχοντες. Ο Μιχάλης Οικονόμου γράφει (Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας): «…Και πάλιν ο Κολοκοτρώνης (ο βλάχος ή κλέφτης ως τον ωνόμαζαν οι κοτζαμπάσηδες), ο συκοφαντηθείς και έτι συκοφαντούμενος, ότι αυτός συνεφώνει να φονευθώσιν, αυτός στας (σταθείς) αύθις εις το επάνω μέρος της λιθίνης κλίμακος του εν Ζαρακώβη υψηλού πύργου, εν ω (στον οποίον) ήσαν οι απειλούμενοι, έσωσε και τότε αυτούς, ως και άλλοτε μετά ταύτα. Αυτός από της κεφαλής της κλίμακος δημηγορήσας εις τον περιεστώτα λαόν, και μετά σιωπής και προσοχής ακουόμενος, δι' ην είχον πάντες προς αυτόν υπόληψιν, πεποίθησιν και σέβας, με την δημώδη βλάχικην διάλεκτόν του και τας αφελείς παροιμίας και παραβολάς του, έλεξε τοιαύτα τινά: (Ταύτην μόνην την δημηγορίαν του, ως περίεργος ή μάλλον ως δείγμα εκθέτω, κατά την μεν γλώσσαν, την του Κολοκοτρώνη αυτού ως έγγιστα, κατ' έννοιαν δε πιστώς και ακριβώς, χάριν των μην γνωρισάντων ή μη ακουσάντων αυτόν και των μεταγενεστέρων).

«Ακούτε Έλληνες. Ένας Τούρκος, αλλά φίλος αληθινός και φρόνιμος, τι εσυμβούλευε εις έναν φίλον του ραγιά χριστιανόν; Ως φίλος της πατρίδος, ως φίλος σας, σας λέγω και εγώ, ό,τι και αν είναι τούτοι που γυρεύετε να σκοτώσωμε, θα έλθη ώρα να μας χρειασθούνε και αν τους σκοτώσωμεν, δεν θα τους έχωμεν όταν θα χρειασθούνε και θα λυπούμεθα γιατί τους είχαμε και τους εσκοτώσαμε. Δεν ηξεύρομε μεις όσα ξεύρουν ετούτοι ψέματα. Έρχεται ώρα που χρειάζονται και τα ψέματα. Έπειτα εμείς λέμε ότι επιάσαμε τ΄ άρματα να ελευθερώσωμε την πατρίδα και να γίνωμε και 'μεις έθνος σαν και πρώτα και σαν τ' άλλα της Ευρώπης. Τι θα πη η Ευρώπη, αν ακούση ότι σκοτωνόμαστε αναμεταξύ μας και ότι εσκοτώσαμε μάλιστα εκείνους, οπού είχαμεν έως τώρα ως καλύτερους και φρονιμωτέρους και αξιωτέρους μας; Ποιος θα μας βοηθήση ή θα γυρίση να μας ιδή πλέον; Θα λάβουν μάλιστα οι εχθροί μας αφορμή να μας κατατρέξουν. Αυτή είναι η γνώμη η δική μου, να απέχωμεν από τέτοια πράγματα και αν είναι και καμία ασυμφωνία, να αφήνωμε με την υπομονή να συμβιβασθή. Αφήστε μας, δότε μας καιρό και θα βρεθεί τώρα τρόπος να συμφωνήσωμεν. Μην είσθε ανυπόμονοι, μη βιάζεσθε. Και αν είναι και κανείς που να θέλει το κακό της πατρίδος, που δεν το πιστεύω, πάλιν μάτια έχομε, νουν έχομε, δεν τον αφήνομεν 'μεις οι άλλοι να το κάμη. Τώρα ειπέτε μου και τη δική σας γνώμη κι αν είναι καλύτερη, θα συμφωνήσω κι εγώ μαζί σας».

Το πλήθος ησύχασε, κανένας δεν έφερε αντίρρηση. Αυτό ήταν το κύρος του μεγάλου αυτού Φαλάνθιου, του μεγάλου Έλληνα. Ο Μ. Οικονόμου πρέπει να ήταν αυτόπτης μάρτυρας. Η συνέλευση στη Ζαράκοβα δεν πέτυχε τελικά. Οι πρόκριτοι φοβούνταν ότι οι στρατιωτικοί με τις επιτυχίες τους θα τους παραμέριζαν. Ήδη, στη Ζαράκοβα, είχαν φανεί τα σημάδια των ερίδων, της πολιτικής διαίρεσης που σε λίγο θα οδηγούσε στους εμφύλιους πολέμους.

Ζαράκοβα ή Μαίναλον, Κάστρο


Ο φόνος του Πάνου Κολοκοτρώνη


Ο Πάνος ήταν ο πρωτότοκος γιος του Κολοκοτρώνη. Γεννήθηκε το 1800. Από το 1806 έως το 1821 έζησε στη Ζάκυνθο. Με την εγκατάστασή του στη Ζάκυνθο ο Θ. Κολοκοτρώνης είχε πρόβλημα με τη συντήρηση της οικογένειάς του. Φρόντιζε να εργάζονται όλοι όσοι μπορούσαν. Όμως, φρόντιζε και για τη μόρφωση των παιδιών του. Περισσότερη μόρφωση έλαβε ο Πάνος.

Ο Θ. Ρηγόπουλος, στα Απομνημονεύματά του αναφέρει: « Είχεν ωραίον ανάστημα και ήτο καλοκαμωμένος... Ήτο σύννους ως ο πατήρ του, και προσηνής , δραστήριος και φρόνιμος, γενναίος και ελευθέριος». Ο Κασομούλης (Ενθυμήματα Στρατιωτικά, τ. Α΄, σ.156), γράφει: «Τα χαρακτηριστικά εκείνου του νέου δεν παρομοίαζων με του πατρός του. Το φέρσιμόν του ήτον πολλά ήσυχον και ατάραχον, μ' εφάνη και από την ομιλίαν αμέσως εννόησα ότι δεν ήτο πεζός, αλλά με γνώσεις και άνθρωπος του κόσμου».

Ο Φωτάκοςγράφει για τον Πάνο Κολοκοτρώνη (1800-1824) μεταξύ των άλλων ότι επανήλθε από την Ζάκυνθο μαζί με τον πατέρα του και τον αδελφόν του Ιωάννην, τον επονομασθέντα Γενναίον. Κατόπιν ο πατέρας του «διώρισεν αυτόν εις την επαρχίαν της Καρύταινας δια να εβγάζη τους στρατιώτας εν γένει και κατ' αναλογίαν, και να προβλέπη τα αναγκαία του πολέμου από τους κατοίκους. Εις τον διορισμό τούτον εδόθη διαταγή εις τον Πάνον, ώστε όστις αντιτείνει και δεν υπάγει εις τον πόλεμον ή δεν συνεισφέρει την αναλογίαν του, να σκοτώνεται, να καίεται το σπίτι του και να δημεύωνται τα πράγματά του προς όφελος του στρατοπέδου. Μετά ταύτα ήλθεν εις τα Τρίκορφα, συστημένος εις την τακτικήν εφορείαν του στρατηγού Κανέλλου Δεληγιάννη και των λοιπών μελών της Καρύταινας. Εκεί μένων επολέμει πολλάκις εις τους γενομένους ακροβολισμούς κατά την πολιορκίαν της Τριπολιτσάς…».

Έλαβε μέρος σε αποστολές της Πελοποννησιακής Γερουσίας και σε μάχες. «Κατά δε τας μάχας εκείνας ο Πάνος εδείχθη παλικάρι και μάλιστα πολύ εχρησίμευσε τότε, διότι είχε πενθεράν την γενναίαν Λασκαρίναν Μπουμπουλίναν, και ένεκα τούτου όλοι οι Σπετσιώται με τα ευρεθέντα εις τους Μύλους πλοία των εφιλοτιμούντο και επρομήθευον εις αυτόν τα μέσα δια τον εκεί στρατόν του». Είχε, δε, νυμφευθεί το 1822 την κόρη τηςΜπουμπουλίνας Ελένη, η οποία μετά τον θάνατό του παντρεύτηκε τον Θ. Γρίβα. Μετά τη Συνέλευση στο Άστρος το 1823 η νέα Κυβέρνηση τον διόρισε φρούραχο Ναυπλίου.

Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, δυστυχώς, 24 μόλις ετών, υπήρξε θύμα των εμφύλιων σπαραγμών των ετών 1823 – 1825. Οι Έλληνες δεν μπόρεσαν και κατά την Επανάσταση του 1821 να αποφύγουν και την αιώνια κατάρα του Γένους, τη διχόνοια.


Στο Τρίτο Μέρος του άρθρου θα αναφερθούμε συνοπτικά στους δύο εμφύλιους πολέμους (ή στον έναν εμφύλιο πόλεμο και τις δύο φάσεις του), εστιάζοντας περισσότερο στα γεγονότα που αφορούν τον Φάλανθο και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

Διαβάστε το (Α' Μέρος) του άρθρου

Η σοφή Ευανθία Καΐρη. Η πρώτη Ελληνίδα λογία στα χ...
Φάλανθος: Ο ακλόνητος «θρόνος» του Θεόδωρου Κολοκο...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://1821.intownpost.com/

Διαβάστηκαν από άλλους χρήστες

200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης
Διαβάστε εδώ το Α΄Μέρος Οι Αλβανοί σύμμαχοί του, απέδιδαν στόν Μάρκο Μπότσαρη πρωτοφανή σεβασμό και εκτίμηση και δέν αμφισβητούσαν τήν πρωτοκαθεδρία του στις κοινές, πολεμικές επιχειρήσεις τους κατά τ...
200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης
Ο υπουργός εξωτερικών της Αγγλίας, ο Ιρλανδός Ρόμπερτ Στιούαρτ, υποκόμης του Κάσλρεϊ και ο υπουργός εξωτερικών της Αυστρίας, Κλέμενς φον Μέτερνιχ το 1821 ρώτησαν τον Καποδίστρια: «Ποιὸ είναι τὸ Ελληνι...
200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης
Π ρ ό λ ο γ ο ς  Διάγουμε το έτος 2021 και εφέτος συμπληρώνονται διακόσια χρόνια από την Επανάσταση τού 1821, όταν, σύσσωμο το Ελληνικό Εθνος, προετοιμασμένο οργανωτικά από την «Φιλική Εταιρεία»,...