Tο διάβασαν 83 άτομα (83 Views)

«Από την Πτώση του Βυζαντίου στην Επανάσταση του 1821» (Μέρος Α’)

VIZ1821-ITP09EXON01



Στην αρχή της περιόδου που ακολούθησε την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, η στρατιωτική δύναμη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έμοιαζε ακατανίκητη και η κατακτητική της δραστηριότητα φαινόταν πως μπορούσε να αποτελέσει σοβαρή απειλή για τα δυτικοευρωπαϊκά κράτη, που εκείνη την εποχή μόλις εξέρχονταν από τον Μεσαίωνα, έχοντας διανύσει σχεδόν μία χιλιετία διεργασιών, η οποία φαινόταν πως οδηγούσε στη διαμόρφωση της πολιτικής φυσιογνωμίας της Ευρώπης. Η επεκτατική ορμή των Τούρκων ανακόπηκε με τη συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699), μετά από δύο αποτυχημένες πολιορκίες της Βιέννης (1529 και 1683) και από τότε άρχισε η βαθμιαία παρακμή τους.

Στο διάστημα 1492-1588 η Ισπανία, μετά την εκδίωξη των Αράβων από τους Φερδινάνδο και Ισαβέλλα, φαινόταν πως έτεινε να αποκτήσει ηγεμονική θέση στην Ευρώπη, αλλά η ολοσχερής καταστροφή του στόλου της το 1588 στη Μάγχη σε αναμέτρηση με τους Άγγλους, όταν βασίλισσα εκεί ήταν η Ελισάβετ Α, σήμανε την έναρξη της εξασθένισής της.

Κατόπιν του 30ους πολέμου (1618-1648), που κατέστρεψε την Γερμανία, και ενώ η Αγγλία περνούσε μία περίοδο εσωτερικής οργάνωσης με δύο επαναστάσεις (1648 και 1688), που σταθεροποίησαν το πολίτευμα της Συνταγματικής Μοναρχίας στη Βρετανία, η Γαλλία, από τα χρόνια του Λουδοβίκου ΙΔ' (1661-1715), αναδείχτηκε σε κυρίαρχη δύναμη της Ευρώπης, μέχρι τον Ναπολέοντα, η ήττα του οποίου το 1815 στο Βατερλό σήμανε τη λήξη της Γαλλικής υπεροχής στην Ευρώπη, η οποία σε συνδυασμό με την άνοδο της Αυστρίας και της Ρωσίας σε κυρίαρχη θέση, δημιούργησε μια νέα κατάσταση στην Ευρώπη. Στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 η Αγγλία, ανέλαβε την ηγεμονία, σχηματίζοντας βαθμιαία στα επόμενα χρόνια μια εκτεταμένη αποικιοκρατική αυτοκρατορία, η Αυστρία και η Ρωσία είχαν θέση ανταγωνιστική προς την, ισχυρή ακόμα, Οθωμανική Αυτοκρατορία, με την οποία γειτνίαζαν, ενώ η Γαλλία προσπαθούσε να συνέλθει από τον κλονισμό των Ναπολεόντειων πολέμων.

Η κατάσταση του υποταγμένου στους Τούρκους ελληνικού κόσμου κατά την περίοδο αυτή ήταν θλιβερή. Παρά την αξιοθαύμαστη ανθεκτικότητα, με την οποία ο ελληνισμός εξουδετέρωσε στο παρελθόν πολυάριθμες απειλές προερχόμενες από όλα τα σημεία του ορίζοντα, η οθωμανική κατάκτηση κατάφερε στην αρχή ένα συντριπτικό βίωμα ηθικής πτώσης στους υπόδουλους Έλληνες.

Δεν υπήρχε όμως Έλληνας, μέχρι τα πέρατα της οικουμένης, που δεν αισθανότανε βαθιά ριζωμένη μέσα του μια βαθιά εσωτερική σύνδεση, σε βαθμό ιερότητας, με το ιστορικό παρελθόν της Ελλάδας, μια εμψυχωτική σχέση που εξωτερικεύεται ως σεβασμός για την τετράκις χιλιετή διαδρομή του ελληνικού γένους, ανάμικτος με θαυμασμό για τα πολιτιστικά επιτεύγματά του.



Πολλοί θα είχαν την τάση να ονομάσουν το βίωμα αυτό προγονολατρεία και κάποιοι ίσως θα το καταδίκαζαν ως στείρα προγονοπληξία και που είχε ανασταλτική επίδραση στις πρώτες 124 ανοργάνωτες προσπάθειες των Ελλήνων να αποτινάξουν τον Τουρκικό ζυγό. Οι χαρακτηρισμοί όμως αυτοί αδικούν το δεσμό ενός λαού με την ιστορική μνήμη του, που είναι πράγματι σεπτός και ισχυρός, σε βαθμό που δεν είναι ίσως κατανοητός σε όσους δεν είναι Έλληνες, επειδή η ιστορική μνήμη αφορά μια αληθώς μακραίωνη πορεία, που σχετίζεται με όλους τους σημαντικούς εξελικτικούς σταθμούς της ανθρωπότητας.

Η ιστορική αυτή μνήμη είναι που από τον 17ο αιώνα τροφοδότησε τον Εθνικισμό του υπόδουλου Έλληνα. Το ζήτημα της γενετικής σύνθεσης των πληθυσμών που κατοικούσαν στα εδάφη του σημερινού ελληνικού κράτους, αλλά και σε περιοχές που σχετίζονται άμεσα με τον ελληνικό κόσμο, όπως η Ιωνία (Μικρά Ασία) και η Νότια Ιταλία, απέκτησε ιδιαίτερο ενδιαφέρον μετά την δημοσίευση δύο βιβλίων: «Ιστορία της χερσονήσου της Πελοποννήσου κατά τους Μεσαιωνικούς Χρόνους» και «Περί της καταγωγής των σημερινών Ελλήνων» του αυστριακού ιστορικού Γιάκομπ Φίλιπ Φαλμεράυερ (1790-1861) κατά την δεκαετία του 1830, αμέσως μετά την δημιουργία του νεότερου ελληνικού κράτους.

Στα βιβλία αυτά ο Φαλμεράυερ διατύπωσε την άποψη ότι οι Έλληνες της νεότερης εποχής δεν κατάγονται από τους αρχαίους Έλληνες, αλλά προέρχονται από Σλάβους που εισέβαλαν στην Ελλάδα κατά την περίοδο του Μεσαίωνα και Αλβανούς που εξαπλώθηκαν κατά τον ύστερο Μεσαίωνα και τους νεότερους χρόνους, οι οποίοι αναμίχθηκαν με ελληνόφωνους, αλλά μη Έλληνες το γένος, Βυζαντινούς πρόσφυγες, δημιουργώντας τον λαό των νέων Ελλήνων.

Η θεωρία αυτή, στην οποία αποδόθηκαν και πολιτικά κίνητρα σχετιζόμενα με τις επιδιώξεις επικράτησης της Αυστρίας στην ανατολική μεσόγειο με την σύμπραξη σλαβόφωνων πληθυσμών, των οποίων οι ιστορικές βλέψεις για ελληνικά εδάφη θωπεύτηκαν με την θεωρία αυτή, προκάλεσε αντιδράσεις με πλήθος δημοσιευμάτων στην Ευρώπη και στην σημερινή Ελλάδα. Στο μνημειώδες έργο του «Ιστορία του ελληνικού έθνους», από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (1815-1891), βασιζόμενος σε ιστορικά στοιχεία και ανθρωπολογικές μελέτες, ήταν ιδιαίτερα πειστικός στην ανασκευή των επιχειρημάτων και στην κατάρριψη των θεωριών του Φαλμεράυερ, που έκτοτε δεν απασχόλησαν την κοινή γνώμη.

Έχοντας υπόψη τα δεδομένα αυτά, καθώς και το γεγονός ότι οι μετακινήσεις στα χρόνια εκείνα ήταν δύσκολες και απευκτέες (μάνα με κακοπάντρεψες που μ' έδωσες στα ξένα), αφού «ξενιτιά» τότε λογιζόταν ακόμη και το γειτονικό χωριό, μπορούμε,να συμπεράνουμε ότι η γεωγραφική γενετική κατανομή του πληθυσμού δεν άλλαξε τον κύριο χαρακτήρα της και επομένως στα χρόνια της Επανάστασης του 1821.

Στα αμέτρητα χρόνια της σκλαβιάς, είχαν προηγηθεί 123 ξεσηκωμοί κατά των Τούρκων. Οι περισσότεροι, αυθόρμητοι και απαράσκευοι. Όχι λίγοι, με προτροπή ξένων δυνάμεων, που εγκατέλειπαν στην πορεία τους ξεσηκωμένους, πνίγηκαν όλες στο αίμα.

Κατόπιν της πτώσης του Βυζαντίου, οι Έλληνες λόγιοι μετά τη φυγή προς τη Δύση, συνέβαλαν καθοριστικά για την διάσωση του ελληνισμού και επέβαλαν την εύστοχη σύνδεση του ένδοξου παρελθόντων των Ελλήνων με τη νεότερη θλιβερή τους μοίρα, σπέρνοντας έτσι τους πρώτους σπόρους του φιλελληνισμού στην Δύση που έπαιξε καθοριστικό παράγοντα για την σωτηρία του Έθνους. Οι λόγιοι αυτοί έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις απαρχές της αναγέννησης και εν συνεχεία στην διαμόρφωση του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού διαβιβάζοντας στις ευρωπαϊκές αυλές και προς τους άλλους παράγοντες της ευρωπαϊκής πολιτικής, εκκλήσεις, προτάσεις και σχέδια επεμβάσεων στην ελληνική Ανατολή.



Η αιτιώδης σχέση μεταξύ του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821


Με τον όρο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός εννοείται η πνευματική κίνηση που σημειώθηκε στη Δυτική Ευρώπη από τα τέλη του 17ου, και σε όλο τον 18ο αιώνα με κύριους στόχους τη λύτρωση του ανθρώπινου πνεύματος από τις προλήψεις, τις δεισιδαιμονίες, την αυθεντία του κράτους και της εκκλησίας και την επικράτηση του ορθού λόγου, της πνευματικής ελευθερίας, της ανεξιθρησκίας και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, χωρίς όμως και να λειτουργήσει ως φιλοσοφικό κίνημα.

Ο Διαφωτισμός αποτελεί σημαντικό πνευματικό κίνημα, που τοποθετείται στα τέλη του 17ου αιώνα και στις αρχές του 18ου, το οποίο οι ίδιοι οι Γάλλοι Διαφωτιστές αποκάλεσαν «Siècle des lumières», θεωρώντας εαυτούς φωτοδότες. Ο Διαφωτισμός παρατηρήθηκε αρχικά στη Αγγλία, έπειτα στη Γαλλία, και αργότερα στις άλλες χώρες της Ευρώπης αλλά και έξω απ' αυτή, προετοιμάζοντας παράλληλα το έδαφος για τη Γαλλική Επανάσταση. Οι διαφωτιστές πρέσβευαν τον ορθολογισμό και την πίστη στην πρόοδο, αξιώνοντας αλλαγές σε όλες τις πτυχές της ανθρώπινης δραστηριότητας, στους πολιτικοκοινωνικούς θεσμούς, την οικονομία, την εκπαίδευση και τη θρησκεία. Τάχθηκαν υπέρ της ατομικής ελευθερίας και εναντίον της τυραννικής διακυβέρνησης και της καταπίεσης που ασκούσε η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

Βασικός φορέας των νέων ιδεών που έφερε ο Διαφωτισμός ήταν η ανερχόμενη αστική τάξη που μέχρι εκείνη την εποχή παρέμενε αποκλεισμένη από το σύστημα της απολυταρχίας. Ανάμεσα στους σημαντικούς εκφραστές του Διαφωτισμού τοποθετούνται ο Βολταίρος και ο Μοντεσκιέ. Οι Διαφωτιστές Ντενί Ντιντερό, Ζαν λε Ρον ντ' Αλβέμπέρ και Ζαν Ζακ Ρουσό συγκρότησαν το ιδεολογικό υπόβαθρο του Διαφωτισμού. Παράλληλα ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ διατύπωσε τη θεωρία του Κοινωνικού Συμβολαίου, προτρέποντας σε μια Ευρώπη που θα υποστήριζε τα δικαιώματα του ανθρώπου.

Ο Ευρωπαϊκός διαφωτισμός οικοδομήθηκε πάνω στα πνευματικά θεμέλια της κλασσικής αρχαιότητας, η μελέτη και η κατανόηση της οποίας κατέστη δυνατή και εφικτή σε σημαντικό μέρος εξ αιτίας των Ελλήνων λογίων που κατέφυγαν στην Δύση. Στις αρχές του 15ου αι. η Ευρώπη είχε προχωρήσει Οι λόγιοι αυτοί υπήρξαν μεγάλοι δάσκαλοι που δίδαξαν φιλολογία και φιλοσοφία και έγιναν ιδρυτές ή εμπνευστές σχολών και ακαδημιών. Οι μαθητές τους απετέλεσαν την ιδεολογική ελίτ της Ευρώπης, συγγραφείς και διανοουμένους που εμπνέονταν από τους αρχαίους συγγραφείς και τα κλασσικά ιδεώδη της αρχαιότητας, καθώς και πλήθος ελληνιστών, μελετητών, ερμηνευτών και εκδοτών των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων που έγιναν γνωστότεροι και προσιτότεροι μέσω των χειρογράφων που έφεραν μαζί τους οι λόγιοι φυγάδες.

Μία άλλη εξ ίσου σημαντική προσφορά των Ελλήνων λογίων στη δημιουργία της νεότερης Ευρώπης του διαφωτισμού ήταν η ενασχόληση τους με την περισυλλογή των αρχαίων χειρογράφων, την αντιγραφή τους και την έκδοση αρχαίων Ελλήνων και βυζαντινών συγγραφέων που συχνά συνοδεύονταν από φιλολογικά, φιλοσοφικά και ερμηνευτικά σχόλια. Οι λόγιοι του Βυζαντίου είχαν βαθειά γνώση της ελληνικής, της λατινικής γλώσσας και της γραμματείας, όπου μέσα από την έκδοση και τον σχολιασμό των χειρογράφων μετέφεραν στην Δύση όλη την φιλολογική και την γραμματειακή παράδοση του Βυζαντίου, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην διαμόρφωση της νεότερης φιλολογικής επιστήμης.

Σε μία κρίσιμη περίοδο για την Ευρώπη, η οποία στις αρχές του 15ου αιώνα ευρισκόταν σε κρίσιμο σταυροδρόμι, καθώς μόλις έβγαινε από τον Μεσαίωνα και ανοιγόταν στους Νέους Χρόνους, ατενίζοντας με αισιοδοξία και δυναμισμό το μέλλον της και ήταν σε αναζήτηση έκφρασης του ιδεώδους του νέου ανθρώπου της Αναγεννησιακής περιόδου, αυτήν ακριβώς την στιγμή εμφανίσθηκαν οι Έλληνες λόγιοι στην Δύση και της προσέφεραν τον χαμένο πολιτιστικό κρίκο, τον πνευματικό

σύνδεσμο με το πλούσιο σε έννοιες και αξίες κλασσικό της ελληνορωμαϊκό παρελθόν, προσέφεραν τα νοητικά εκείνα εργαλεία για μία νέα θεώρηση του κόσμου και του ανθρώπου και τα εκφραστικά μέσα για να διατυπώσουν αυτήν.

Παράλληλα, οι λόγιοι φυγάδες έφεραν μαζί τους την νοσταλγία της χαμένης τους πατρίδας και το ιδανικό μίας νέας ιδεατής εθνικής πατρίδας και ενός εξιδανικευμένου κόσμου, πολιτισμένου και πεπαιδευμένου. Έτσι, οι φυγάδες, καθώς διασκορπίσθηκαν στις χώρες της Δύσεως, έγιναν οι φορείς του ελληνικού πνεύματος και οι πρόδρομοι του κοσμοπολίτικου ιδεώδους.

Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός ερχόμενος στη νοτιοανατολική Μεσόγειο φέρνει συνεπώς καινούριες ιδέες στους υπόδουλους ραγιάδες, τους υπόχρεους φόρου, οι οποίοι θα αλλάξουν την ανθρωπογεωγραφία στα Βαλκάνια, και θα ξεσηκώσουν τον ανήσυχο όσο αφυπνισμένο πνευματικά Ελληνισμό των Βαλκανίων, κυρίως επειδή θέλουν να επιτύχουν την εθνική απεξάρτηση από τους αλλόφωνους και αλλόθρησκους κατακτητές, αλλά και την άνιση μεταχείρισή μας ως κατώτερων ανθρώπων.



Ο Νεοελληνικός διαφωτισμός θεμέλιος λίθος της επαναστάσεως του 1821


Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός είναι ιδεολογικό φιλολογικό, γλωσσικό και φιλοσοφικό ρεύμα που, κατά μία άποψη, επιχείρησε να μεταφέρει τις ιδέες και τις αξίες του Ευρωπαϊκού διαφωτισμού, του οποίου και αποτελεί παρακλάδι, στον χώρο που ζούσαν άνθρωποι ελληνικής, εθνικής συνειδήσεως ορθόδοξου γένους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Κατά τον Κωνσταντίνο Δημαρά, ο οποίος εισήγαγε και τον όρο «Ν. Διαφωτισμός», αυτός αποτελεί γηγενές και ενδογενές φαινόμενο του ελληνισμού που συναντιέται με τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό και επηρεάζεται από αυτόν χωρίς όμως η αρχική του δυναμική να πάψει να είναι εγχώρια. Κατ' άλλη άποψη ο ελληνικός διαφωτισμός έχει τις ρίζες του στον 15ο αιώνα και υπό την επιρροή του ευρωπαϊκού πνεύματος συστηματοποιεί έως τις αρχές του 19ου αιώνα την ιδέα της εθνικής ταυτότητας για τους πληθυσμούς των πάλαι ποτέ αρχαίων ελληνικών επικρατειών. Κατά τον Απ. Διαμαντλή ο νεοελληνικός διαφωτισμός ήταν ένα πνευματικό κίνημα με αίτημα την παιδεία των Ελλήνων.

Οι ιδέες του διαφωτισμού, δηλαδή του ορθολογικού ανθρώπου που θέτει ως σκοπούς τη γνώση την ελευθερία και την ευτυχία, διαχύθηκαν στον ελλαδικό χώρο, όταν διαμορφώθηκαν οι κατάλληλες συνθήκες στις αρχές του 18ου αιώνα. Ως χρονικά όρια αυτού του ρεύματος προσδιορίζονται μεταξύ του 1700 και 1821, δηλαδή από εποχής Βολτέρου καλούμενη «προδρομική περίοδος», με την ανάθεση της εξουσίας των παραδουνάβιων ηγεμονιών σε Έλληνες ηγεμόνες, και αργότερα με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1744, που αρχίζει η λεγόμενη «περίοδος ανακαίνισης», όπου και η μεγαλύτερη ακμή του, θα οδηγήσει στην Ελληνική Επανάσταση. Βασικά στηρίγματα αυτού του ρεύματος ήταν αφενός η οικονομική ανάπτυξη που εμφάνισαν κάποιες περιοχές και αφετέρου η ανακάλυψη της τυπογραφίας και η διάδοση του γραπτού λόγου. Η σημασία του νεοελληνικού διαφωτισμού υπήρξε ο βασικότερος παράγοντας στην ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης των νεοελλήνων.



Κύριοι φορείς του νεοελληνικού διαφωτισμού είναι οι Έλληνες έμποροι και όσοι είχαν σχέσεις με τα αστικά κέντρα της Ευρώπης επιδίωκαν για τους γόνους τους μια παιδεία, όπως αυτή που έφερε σε αυτές τις χώρες πρόοδο και ανάπτυξη. Αυτό που αποκαλείτο «νεοελληνικός διαφωτισμός» έχει την έδρα τους σε τρεις πυλώνες: Την εκκλησία, τους Φαναριώτες και τους έμπορους. Η Εκκλησία ήταν αυτή που είχε την ευθύνη της διαπαιδαγώγησης του γένους, ωστόσο πολύ σύντομα η προσπάθεια χειραγώγησης της διαπαιδαγώγησης ήρθε σε ρήξη με διδασκάλους, που ναι μεν ξεκίνησαν από τα σπλάχνα της εκκλησίας αλλά οι ευρωπαϊκές σπουδές τους, τους έφεραν σε ρήξη με την παραδοσιακή αριστοτέλεια κοσμοθεωρία και από τον 18ο αιώνα πλέον ξεκινά η διάδοση των ιδεών του Διαφωτισμού στον ελλαδικό χώρο.

Η εκκλησία διατηρεί τις επιφυλάξεις της για την διάδοση των ευρωπαϊκών ιδεών με το φόβο της αλλοίωσης του φρονήματος της Ορθοδοξίας. Γι' αυτό και καταδικάζει, αφορίζει και διώκει διδασκάλους όπως οι: Μεθόδιος Ανθρακίτης, Χριστόδουλος Πεμπλέκης, Στέφανος Δρούγκας και ο πολύ σημαντικός Βενιαμίν Λέσβιος. Ωστόσο, οι άρχοντες των πόλεων, ειδικότερα αυτών που είχαν εμπορικές σχέσεις με την Ευρώπη, ήθελαν να δημιουργηθούν και στην Ελλάδα σχολές που παρείχαν υψηλή εκπαίδευση. Είχαμε, λοιπόν, τον ιδρυτή της σχολής Κυρίτζη στην Καστοριά το 1710 και της σχολής Μαρούτση στη Γιάννενα το 1742.

Εκείνη την εποχή η Ευρώπη ανακαλύπτει τον φιλελευθερισμό και την ανάγκη της αυτοδιάθεσης των λαών. Οι Έλληνες της Δύσης αντιλαμβάνονται πως μόνο με την πνευματική αναγέννηση των υποδούλων θα μπορέσει να ωριμάσει η ιδέα της επανάστασης. Μέσα σε αυτά τα δεδομένα πολλοί μορφωμένοι Έλληνες συμμετείχαν στην διάδοση των ιδεών του διαφωτισμού, που προσαρμόστηκαν στις ανάγκες του υπόδουλου γένους.

Ο Κοραής αναδεικνύεται ως ο συνεπέστερος και πιο παραγωγικός εκπρόσωπος του νεοελληνικού διαφωτισμού της τελευταίας περιόδου. Σκοπός της ζωής τους η «μετακένωσις», όπως θα γράψει, όλων εκείνων των επιτευγμάτων της Δύσης στη νοτιοανατολική Ευρώπη που είχε μείνει πίσω. Η εμπειρία της Γαλλικής Επανάστασης θα είναι καθοριστική για τον Κοραή, διότι είδε με τα ίδια του τα μάτια τη δύναμη της παιδείας και των νέων ιδεών. Στην «Ελληνική Νομαρχία», το αντιπροσωπευτικότερο κείμενο του νεοελληνικού διαφωτισμού, που εκδόθηκε στην Ιταλία το 1806 με υπογραφή «Ανώνυμου του Έλληνος» και το οποίο μεταξύ άλλων αποδίδεται και στον Κοραή, επιχειρείται η πολιτική διαπαιδαγώγηση των Ελλήνων και η επαναστατική κινητοποίησή τους.


Η Επανάσταση του 1821 ως Ευρωπαϊκό γεγονός


Η ελληνική επανάσταση του 1821, υπήρξε γεγονός μεγάλης πολιτικής σημασίας για τους κατακτημένους ελληνικούς πληθυσμούς, γεωπολιτικής εμπλοκής και ιδεολογικών κινητοποιήσεων για την Ευρώπη. Αποτελεί δε ένα γεγονός μεγάλης σημασίας για την ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Στην ουσία είναι το σημείο γένεσης της νεότερης Ελλάδος, καθώς μετά από δέκα χρόνια αγώνων, στρατιωτικών και διπλωματικών, που διήρκησαν συνολικά από τον Φεβρουάριο, χοντρικά, του 1821 έως το Φεβρουάριο περίπου του 1830, οι Έλληνες αποκτούν ξανά, έπειτα από αιώνες, ένα εθνικό κράτος, με το όνομα Ελλάς με συγκεκριμένα σύνορα, διεθνώς αναγνωρισμένα, με συγκεκριμένο όνομα, συγκεκριμένη σημαία και εθνικό ύμνο, και μάλιστα ενός εθνικού κράτους το οποίο ήταν και ανεξάρτητο.

Η Επανάσταση του 1821 υπήρξε επίσης θεμέλιος λίθος και ταυτόχρονα ένα δυναμικό στοιχείο μεταβολής, σε μια εποχή που η ιστορία άλλαζε σελίδα και ο κόσμος έμπαινε σε μια νέα εποχή. Αποτέλεσε δε ένα ευρωπαϊκό γεγονός, και εξαρχής αναγνωρίστηκε σαν τέτοιο από τους συγχρόνους της: «Είμαστε όλοι Έλληνες», έλεγε ο Άγγλος ποιητής Πέρσι Σέλεϊ (Persy Shelley), ο δε απόηχός της έδρασε ως καταλύτης αλλαγών όχι μόνο στην «νευραλγική Μεσόγειο» αλλά και πέραν των ωκεανών, όχι μόνο στην εποχή της, αλλά και στις δεκαετίες που ακολούθησαν.

Από την αρχή της, συνδέθηκε στενά με τα ευρωπαϊκά πράγματα. Προετοιμάστηκε στα μεγάλα κέντρα της Ευρώπης από διακεκριμένους Έλληνες, κατά τα πρότυπα των μυστικών πολιτικών Εταιρειών της Δύσης. Συντονίστηκε επίσης με τις φιλελεύθερες επαναστάσεις που ξέσπασαν στον Ευρωπαϊκό Νότο των μεταναπολεόντειων χρόνων, στην Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιταλία. Όχι μόνο χρονικά και τοπικά, αλλά κυρίως ιδεολογικά.

Ήταν η πρώτη επανάσταση με διττό αίτημα, εθνικό και πολιτικό. Ζητούσε την Ανεξαρτησία, αλλά και τη συγκρότηση μιας ευνομούμενης Πολιτείας σύμφωνα με τις φιλελεύθερες ιδέες του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Έτσι, παράλληλα με τον εθνικό τους αυτοπροσδιορισμό, οι Έλληνες αντέτειναν στην ελέω Θεού απολυταρχία το αίτημα για Ελευθερία και Δημοκρατία στην έννοια του υπόδουλου υπηκόου, αυτή του ελεύθερου Πολίτη στον συγκεντρωτισμό των αυτοκρατοριών, το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των Εθνών. Η λήξη της Επανάστασης σήμανε άλλη μια ιστορική αλλαγή στον ευρωπαϊκό χώρο. Η Ελλάδα ιδρύθηκε ως το πρώτο ανεξάρτητο – όχι απλώς αυτόνομο – εθνικό κράτος. Δημιούργησε ένα νέο ιστορικό προηγούμενο και άνοιξε τον δρόμο για να γίνει ο 19ος αιώνας «Ο Αιώνας των Εθνών».

Για την ελληνική ιστοριογραφία, η σύνδεση της Επανάστασης με τα ευρωπαϊκά πράγματα είναι πλέον ένα κεντημένο, μια κοινοτοπία, και πολλές διαστάσεις αυτής της σύνδεσης έχουν μελετηθεί σχεδόν εξαντλητικά, όπως ο νεοελληνικός διαφωτισμός, η διπλωματία των εξεγερμένων, το φαινόμενο του φιλελληνισμού (διαβάστε εδώ και εδώ τα άρθρα του Ιστορικού αναλυτή και Κριτικού Τέχνης και Λογοτεχνίας Λεόντιου Πετμεζά).



Η Χριστίνα Αγριαντώνη στο άρθρο της «Το Ευρωπαϊκό πλαίσιο της Ελληνικής Επανάστασης», αναφέρει ότι υπάρχει ωστόσο ακόμα σημαντικό περιθώριο προβληματισμού σχετικά με την ευρωπαϊκή ταυτότητα της Ελληνικής Επανάστασης, κυρίως μέσα από μια οπτική αμοιβαιότητας. Βλέποντας δηλαδή την Ελληνική Επανάσταση όχι μόνο ή όχι τόσο, σαν ένα γεγονός που έχει τη δική του αυτοτελή πορεία και δυναμική, και που, σε αυτή την πορεία, κάπου συναντά μια ευνοϊκή ευρωπαϊκή συγκυρία και ολοκληρώνεται, αλλά σαν ένα γεγονός που παράγεται, συμπαράγεται και συλλειτουργεί μαζί με άλλα, ως αναπόσπαστο μέρος του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι. Η οπτική αυτή δεν αναιρεί τους ιδιαίτερους προσδιορισμούς του γεγονότος, ούτε επιχειρεί να κατασκευάσει μια ενιαία ευρωπαϊκότητα πριν την ώρα της. Επιδιώκει απλώς να εντάξει το γεγονός μέσα στο περιβάλλον του και όχι να θεωρεί αυτό το περιβάλλον ως μια εξωτερικότητα.

Το 1821 είναι η πράξη δημιουργίας του νέου ελληνικού, εθνικού κράτους. Ιστορία ελληνική και ταυτοχρόνως ευρωπαϊκή, όπως άλλωστε και ο ελληνικός Διαφωτισμός από τη γέννησή του, ογδόντα περίπου χρόνια νωρίτερα. Η επιτυχία της Ελληνικής Επανάστασης, όπως κάθε άλλης, δεν μπορεί να νοηθεί με στρατιωτικούς όρους και ατομικούς ηρωισμούς, όπως γίνεται συνήθως μέσω μιας λαϊκίστικης εκτροπής της ιστορίας.

Η επικράτηση των Ελλήνων έναντι ενός ασυγκρίτως ισχυρότερου εχθρού οφείλεται πρωτίστως σε ιδιαιτέρως ευφυείς πολιτικές στρατηγικές που αναπτύχθηκαν μέσα από έντονες, ακόμη και εμφύλιες συγκρούσεις μεταξύ των Ελλήνων. Η νικηφόρα έκβαση της Επανάστασης οφείλεται ακόμη στην υψηλή διακινδύνευση που επωμίστηκαν πολλά μέλη ποικίλων ηγετικών ομάδων των ελληνικών πληθυσμών. Επρόκειτο για διακεκριμένα άτομα, τα οποία ξεκινώντας την Επανάσταση είχαν πολλά να χάσουν.

Συνεπώς η Ελληνική Επανάσταση αποτελεί ένα ευρωπαϊκό γεγονός στην ετοιμασία, την εκκίνησή της, κατά την εκτύλιξή της και στις συνέπειές της. Ήταν άλλωστε ευρωπαϊκή υπόθεση πολύ πριν από την εκκίνησή της και αυτό γιατί:

α) Αφενός ήταν παιδί της εθνικής ιδέας, της ιδέας της ελευθερίας και της εκκοσμίκευσης, που αναδύθηκαν σε συγκεκριμένα ευρωπαϊκά περιβάλλοντα τον 18ο αιώνα, μέσα στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού αλλά και του Ευρωπαϊκού Ρομαντισμού, ενώ οι ιδέες αυτές πολιτικοποιήθηκαν στον απόηχο της Γαλλικής Επανάστασης. Και, αν ο εχθρός των Γάλλων επαναστατών είναι εσωτερικός, ο εχθρός των Ελλήνων είναι ο αλλόγλωσσος και αλλόθρησκος κατακτητής. Το αίτημα, επομένως, της ελευθερίας ταυτιζόταν με την απελευθέρωση από τον ζυγό του κατακτητή και τη δημιουργία ενός Εθνικού ανεξάρτητου κράτους. Δεδομένων δε των δομικών διαφορών ανάμεσα στη Γαλλική και την Ελληνική επανάσταση θα μπορούσε να υποστηριχθεί, ότι ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός υπήρξε τόσο η θεωρητική θρυαλλίδα της έκρηξης του 1821, όσο και το πλαίσιο αρχών επί τη βάσει των οποίων θεσμοθετήθηκε η μετεπαναστατική τάξη πραγμάτων.

β) Αφετέρου, το ζήτημα του διαμελισμού της «νοσούσης» Οθωμανικής Aυτοκρατορίας είχε τεθεί τουλάχιστον από τον καιρό του 1ου Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1768-74 (γνωστού σε μας ιδίως από τα Ορλωφικά), ενώ κατά το τέλος του 18ου αιώνα ο Ναπολέων επεξεργαζόταν πλέον σχέδια για τον διαμελισμό αυτό, υποκινώντας έτσι την αγγλο-τουρκική συμμαχία, συζητώντας στο Μιλάνο με τον Δήμο Στεφανόπολι (1) σχέδια για μια ελληνική επανάσταση. Η οθωμανική κρίση, που μάταια επιχείρησε να αναστρέψει ο μεταρρυθμιστής σουλτάνος Σελήμ Γ΄ (1789-1807), έθεσε όλες τις βαλκανικές εθνότητες σε διαδικασία εθνικής συγκρότησης. Οι Σέρβοι έκαναν το πρώτο βήμα με τις εξεγέρσεις της περιόδου 1804-1814, βήμα όμως που έμεινε μετέωρο.

Οι αγγλόφωνοι ιστορικοί του εθνικισμού και των εθνικών κινημάτων συνήθως επιδεικνύουν μεγάλη αμηχανία όταν πραγματεύονται την Ελληνική Επανάσταση. Δύο επιδραστικές μελέτες που κυκλοφόρησαν αμφότερες τη δεκαετία του 1990 εξέφρασαν ρητές επιφυλάξεις για το εάν η περίπτωση της Ελλάδας ήταν πράγματι εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση. Άλλοι παρακάμπτουν εντελώς το ζήτημα, μάλλον αδέξια, ή το αντιμετωπίζουν ως επουσιώδες. Μια μελέτη που περιέχεται στο βιβλίο «Revolutionary Europe» («Επαναστατημένη Ευρώπη»), το οποίο κυκλοφόρησε το 2020, σημειώνει απλώς ότι στην Ελλάδα: «ο εθνικισμός και ο φιλελευθερισμός συνενώθηκαν και δημιούργησαν ένα ιδιαίτερο επαναστατικό κίνημα», χωρίς, ωστόσο, να προβληματίζεται για τις γενεσιουργούς αιτίες του ή την όποια μεταγενέστερη σημασία του.

Οι Έλληνες ιστορικοί επιλέγουν διαφορετική προσέγγιση, όμως και αυτή έχει ως αποτέλεσμα τη διαδικασία της αποκοπής της Ελληνικής Επανάστασης από τα γεγονότα και τις συνθήκες που επικρατούσαν την ίδια εποχή σε πολλές άλλες περιοχές του κόσμου. Η Ελλάδα ήταν διαφορετική, λένε. Ο συγκεκριμένος τρόπος συγγραφής της ιστορίας ενός έθνους είναι γνωστός ως «εξαιρετισμός» και δεν αποτελεί ίδιον μόνο της Ελλάδας ή των Ελλήνων· για την ακρίβεια, είναι κάτι που συναντάμε σε κάθε έθνος. Όμως το ελληνικό έθνος είχε σχηματιστεί ήδη από την Αρχαιότητα και οι αγώνες της δεκαετίας του 1820 απέβλεπαν στην αποκατάσταση αυτού του έθνους στη θέση που του άξιζε δικαιωματικά.


Παραπομπή:

(1). Στεφανόπολι (Stephanopoli), Δήμος (1729 - 1802) και Νικόλαος (1777 - 1828). Μανιάτες της Κορσικής, πράκτορες του Μεγάλου Ναπολέοντα στην Ελλάδα (1797) στα πλαίσια της επεκτατικής του πολιτικής στην Ανατολή. Κατάγονταν από τη μανιάτικη οικογένεια των Στεφανόπουλων του Οιτύλου.


  Η συνέχεια του άρθρου του ιατρού και ιστορικού Μιχάλη Μπατή: «Από την Πτώση του Βυζαντίου στην Επανάσταση του 1821» στο Δεύτερο Μέρος (διαβάστε εδώ)


Βιβλιογραφία:

Αντώνης Λιάκος: «Η Ελληνική Επανάσταση ως καταλύτης αλλαγών διεθνώς»

Πέτρος Πισανιας: «Ένα Ευρωπαϊκό γεγονός»

Κώστας Ράπτης: «Γενική Ιστορία της Ευρώπης»

Serge Berstein και Pierre Milza: «Ιστορία της Ευρώπης»

Νίκος Αθανασόπουλος: «Η Ευρωπαϊκή κατάσταση πριν από το 1821»

Ρόντρικ Μπίτον: «Η σημασία της Ελληνικής Επανάστασης για το έθνος και τον κόσμο»

Χριστίνα Αγριαντώνη: «Το Ευρωπαϊκό πλαίσιο της Ελληνικής Επανάστασης»

Αφροδίτη Σιβετίδου: «Το κοινωνικό συμβόλαιο και η Γαλλική Επανάσταση»,

Δημαράς Θ. Κωνσταντίνος: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός»

Καραμπελιάς Γεώργιος: «Η Ελληνική Αναγέννηση»

Πιζανιάς Πέτρος: «Πως διαμορφώθηκε η εθνική συνείδηση. Η γέννηση ενός έθνους»

Κωνσταντίνος Πλεύρης: «Η Επανάσταση του 1821»

Κιτρομηλίδης Π.Μ., 1996: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός»

Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1974: «Ιστορία του ελληνικού Έθνους, τ. Γ'»

Newsroom: «Η Επανάσταση του 1821»

Κρεμίδας Βασίλης: «Η Ελληνική επανάσταση του 1821»

Παπαγεωργίου, Στέφανος Π. (2005): «Από το γένος στο έθνος: Η θεμελίωση του Ελληνικού κράτους 1821-1862»

Γεώργιος Ασπρέας (1924): «Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος 1821 - 1921, τόμος Β΄»

Κάρολος Μρούσαλης: «1453-1821: 124 επαναστάσεις ενάντια στους Οθωμανούς»

Μπρουντζάκης Ξενοφών: «Οι πρώτοι Ευρωπαίοι Έλληνες»

«Από την Πτώση του Βυζαντίου στην Επανάσταση του 1...
«Γνωστές και άγνωστες ηρωίδες που με γενναιότητα κ...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://1821.intownpost.com/

Διαβάστηκαν από άλλους χρήστες

200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης
Διαβάστε (εδώ) το Πρώτο Μέρος του ιστορικού άρθρου Η σημασία της Ελληνικής Επανάστασης Η Ελληνική Επανάσταση της δεκαετίας του 1820 ήταν το πρώτο επιτυχημένο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα στον Παλαιό Κό...
200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης
Ο υπουργός εξωτερικών της Αγγλίας, ο Ιρλανδός Ρόμπερτ Στιούαρτ, υποκόμης του Κάσλρεϊ και ο υπουργός εξωτερικών της Αυστρίας, Κλέμενς φον Μέτερνιχ το 1821 ρώτησαν τον Καποδίστρια: «Ποιὸ είναι τὸ Ελληνι...
200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης
Διαβάστε το (Α' Μέρος) του άρθρου Μέχρι τον Γενάρη του 1821, που ζούσε στη Ζάκυνθο ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, υπηρέτησε ως ταγματάρχης- μαγγιόρος στους Άγγλους και αργότερα ως Κουρσάρος, νοσταλγώντας τα...